Γαλλία: Σε επιστημονική διαβούλευση νόμος για την ευθανασία

Το ελληνικό Κέντρο Πρόληψης για την Αυτοκτονία συμμετείχε στη συζήτηση

Στις 7 Οκτωβρίου 2014, στο Ινστιτούτο Κοινωνικής και Οικονομικής Πολιτικής της Γαλλίας, Παρίσι, το Ελληνικό Κέντρο για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας προσκλήθηκε από τον καθηγητή της ψυχιατρικής και μέλος του Εθνικού Παρατηρίου για την Αυτοκτονία της Γαλλίας, Michel Debout  για να συμμετέχει σε στρογγυλό τραπέζι με θέμα : «Πρακτικές πρόληψης και η ηθική της παρέμβασης».  Στην σύσκεψη συμμετείχαν ειδικοί στο θέμα της πρόληψης της αυτοκτονίας, της ευθανασίας και της ιατρικώς υποβοηθούμενης αυτοκτονίας.

Τα μέλη της επιστημονικής κοινότητας που συμμετείχαν προέρχονταν από πέντε ευρωπαϊκές χώρες και τους ζητήθηκε να εκφράσουν τις θέσεις τους σχετικά με τον νέο νόμο που προκρίνει η Γαλλική κυβέρνηση για την νομιμοποίηση της ιατρικώς υποβοηθούμενης αυτοκτονίας ή/και της ευθανασίας.  Το θέμα της συνάντησης ήταν το δικαίωμα ή όχι του ατόμου να αποφασίσει αν θέλει να δώσει τέλος στην ζωή του καθώς και οι ηθικές και πολιτισμικές επιπτώσεις που θα είχε μια τέτοια νομολογία στην πρόληψη της αυτοκτονίας.  Στοχεύοντας στην κατά το δυνατόν καλύτερη κάλυψη του θέματος τα μέλη του στρογγυλού τραπεζιού εκλήθησαν στην βάση της πολιτικής της κάθε χώρας καθώς και  στην βάση του πως σχετίζονται οι ίδιοι με το ζήτημα.  Συγκεκριμένα, εκλήθησαν δύο χώρες που εφαρμόζουν την ευθανασία ή/και την ιατρικώς υποβοηθούμενη αυτοκτονία (Βέλγιο, Ελβετία), δύο χώρες που διαπραγματεύονται την δημιουργία του νομοθετικού πλαισίου που θα προβλέπει την ευθανασία ή/και την ιατρικώς υποβοηθούμενη αυτοκτονία (Γαλλία, Γερμανία) και δύο χώρες οι οποίες δεν έχουν τέτοιες πολιτικές όμως οι εκπρόσωποι τους εργάζονται στο πεδίο της πρόληψης της αυτοκτονίας (Ελλάδα, Ισπανία).

Συγκεκριμένα το Βέλγιο εκπροσώπησε ο Jean-Marie Maloteaux, καθηγητής  νευρολογίας  πρόεδρος της επιτροπής ηθικής του πανεπιστημίου και της κλινικής Saint Luc, μέλος της επιτροπής βιοηθικής και της ιατρικής ακαδημίας του Βελγίου, την Γερμανία ο Armin Schmidtke, καθηγητής ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο Würzburg, υπεύθυνος του Εθνικού Προγράμματος Πρόληψης της αυτοκτονίας , την Ισπανία ο Santiago Duran-sindreu ψυχίατρος, διευθυντής του Κέντρου Πρόληψης για την Αυτοκτονία του νοσοκομείου Sant Pau Barcelona, την Ελβετία η Sandra Burkhardt, καθηγήτρια ιατροδικαστικής, την Ελλάδα ο Κυριάκος Κατσαδώρος-ψυχίατρος επιστημονικός διευθυντής ΚΛΙΜΑΚΑ-Κέντρο Πρόληψης για την Αυτοκτονία και την Γαλλία ο Jacques Vedrine-καθηγητής ιατροδικαστικής, μέλος του Εθνικού Παρατηρίου για την Αυτοκτονία.

Ευθανασία και αυτοκτονία συνάπτονται τόσο, που πρέπει να τις συζητήσουμε από κοινού. Η πρώτη έχει το στοιχείο της λογικής και της αλληλεγγύης, η δεύτερη της απόγνωσης που μπορεί να πηγάζει από λογικά αίτια ή από τρέλα. Στην Ελλάδα παρότι, το θέμα έρχεται στη δημοσιότητα ολοένα και περισσότερο, εντούτοις, ο όρος ευθανασία παραμένει ασαφής.  Ευθανασία σημαίνει το καλώς θνήσκειν, όπου το «ευ» σημαίνει καλός, ωραίος, γενναίος, ευγενής και το δεύτερο μέρος της λέξεως αποδίδει την έκφραση για το φυσικό «θάνατο». Με τον όρο ευθανασία υπονοείται κυρίως η πρόκληση ανώδυνου θανάτου σε ανίατο ασθενή, που υποφέρει, χωρίς πλέον να έχει ελπίδα θεραπείας, με σκοπό τη λύτρωσή του.

Ανάλογα με τον τρόπο που ασκείται η ευθανασία διακρίνεται σε ενεργητική και παθητική καθώς και υποβοηθούμενη αυτοκτονία. Υπάρχουν και άλλες μορφές ευθανασίας που συνεχώς μεταβάλλονται αφ’ ενός μεν λόγω αλλαγών στις αντιλήψεις της κοινωνίας, αφ’ ετέρου δε λόγω της προόδου της επιστήμης και των πολύπλοκων μεθόδων στην προσπάθεια παρακάμψεως των νομικών και ηθικών ευθυνών.

Αναλυτικότερα ως Ενεργητική ευθανασία ορίζεται η επίσπευση του επικείμενου θανάτου με συγκεκριμένες ενέργειες όπως η χορήγηση φαρμάκων, μετά από απαίτηση του ανιάτως πάσχοντος ή και χωρίς αυτή.

Ως Παθητική ευθανασία ορίζεται η μη παροχή ή η διακοπή της ήδη εφαρμοζόμενης θεραπείας με συνέπεια να επισπεύδεται η κατάληξή του ασθενούς. Στην παθητική ευθανασία δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση της διακοπής ή της μη έναρξης αγωγής η οποία εξασφαλίζει τη συμπτωματική ανακούφιση του ασθενούς.   Ως Υποβοηθούμενη αυτοκτονία ορίζεται η χορήγηση στον ίδιο τον άρρωστο του μέσου (π.χ. τοξικής ουσίας), από τον ιατρό, για τον τερματισμό της ζωής του στα τελικά στάδια της βασανιστικής ανίατης νόσου. Ευρύτατες έρευνες αποκαλύπτουν καθημερινά σε διεθνές επίπεδο ότι η ευθανασία είναι μια πρακτική που τηρείται, έστω κι αν αποτελεί κοινή συνείδηση ότι είναι μια πρακτική που απαγορεύεται από το δίκαιο.

Τα ερωτήματα που ετέθησαν στην συνάντηση  δεν απασχολούν μόνο τον σύγχρονο δυτικό πολιτισμό, αντίθετα απασχολούν την ανθρωπότητα από την αρχαιότητα.  Ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Πυθαγόρας, ο Επίκουρος και οι τραγωδοί προβληματίστηκαν και διαπραγματεύθηκαν στο έργο τους την ευθανασία των ετοιμοθάνατων. Η Ιώ στον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου λέει «…κάλλιο κανείς να πάει μια και καλή, παρά να τυραννιέται αιώνια» ενώ ο ημίθεος Ηρακλής στις «Τραχίνιες» του Σοφοκλή ζητάει από το γιό του τον Ύλλο να του κάνει ευθανασία. Ο Πλάτωνας αναφέρει στην «Πολιτεία» πως ίδιος ο Ασκληπιός σε περιπτώσεις χωρίς γιατρειά συνιστά αποφυγή κάθε αγωγής ώστε ο ασθενής να πεθάνει πιο γρήγορα («Medical Ethics in the Ancient World», Paul Carrick-‘University Press’, Washington-‘2001).   Όμως ο Αριστοτέλης (‘Ηθικά Νικομάχεια’ και ‘Ευδήμεια’) θεωρούσε γενικά την αυτοκτονία πράξη δειλίας, αντίθετα με τον Πλάτωνα (Νόμοι) που τη θεωρούσε μεν ποινικά κολάσιμη, αποδεκτή όμως ως ακραία εναλλακτική επιλογή διακοπής μιας αναξιοπρεπούς ζωής (Cooper MJ. ‘Greek philosophers on euthanasia and suicide’. In: Brody AB, ed. Suicide and Euthanasia. The Netherlands: Kluwer Academic Publishers, 1989). Στην σύγχρονη εποχή το 1991 έγινε μια συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την ευθανασία η οποία εκκίνησε τη διενέργεια συζητήσεων σε όλα τα επίπεδα στην Ευρώπη.  Πλέον ανά τον κόσμο λαμβάνουν χώρα ορισμένες σημαντικές αλλαγές που σχετίζονται με την ευθανασία και την υποβοηθούμενη από τον ιατρό αυτοκτονία παρότι στις περισσότερες χώρες η ευθανασία και η υποβοηθούμενη αυτοκτονία ασθενών με ανίατες ασθένειες είναι παράνομες.

Η πρακτική είναι νομιμοποιημένη και εφαρμόζεται στις εξής χώρες και πολιτείες:

Ελβετία: Η ευθανασία και η υποβοηθούμενη αυτοκτονία ενήλικων ασθενών με ανίατες ασθένειες είναι νόμιμες στη χώρα από το 1940, χωρίς να απαιτείται η σύμφωνη γνώμη και η συνεργασία γιατρού υπό την προϋπόθεση πως τελείται από κάποιον που δεν έχει συμφέρον από τον θάνατο του πάσχοντος.  Επιπλέον, η πράξη νομιμοποιείται μόνο εάν συντελεστεί με παθητικό τρόπο (πχ παροχή φαρμάκων) και όχι με ενεργητικό (πχ δεν μπορεί κάποιος να του κάνει μια ένεση).  Η νομοθεσία καλύπτει και πολίτες άλλων χωρών, που ταξιδεύουν στην Ελβετία για να θέσουν τέλος στην ζωή τους συνήθως με τη συνεργασία του κέντρου υποβοηθούμενης αυτοκτονίας Dignitas

Οι ελβετικές αρχές εμμένουν στη σοβαρότητα  του διαχωρισμού μεταξύ της επιθυμίας θανάτου, η οποία αποτελεί σύμπτωμα σοβαρής ψυχικής διαταραχής (και η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί) και της επιθυμίας θανάτου ενός ατόμου με πλήρη συνειδητότητα, το οποίο πάσχει από σοβαρή ανίατη ασθένεια και που η απόφαση του είναι προιόν ωρίμου σκέψεως και οριστική.

Λουξεμβούργο:  Το 2008 ψηφίστηκε νομοσχέδιο με θέμα «Το δικαίωμα σε αξιοπρεπή θάνατο», το οποίο επιτρέπει σε ενήλικους πάσχοντες από ανίατες ασθένειες να επιλέξουν την υποβοηθούμενη αυτοκτονία για να μην υποφέρουν. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η σύμφωνη γνώμη του ιατρού τους.

Βέλγιο: Το 2002 νομιμοποιήθηκαν η ευθανασία και η υποβοηθούμενη αυτοκτονία για ενηλίκους πάσχοντες από ανίατες ασθένειες με τη σύμφωνη γνώμη του γιατρού τους.

Ολλανδία: Η υποβοηθούμενη αυτοκτονία δύναται να τελεσθεί όταν ασθενής που πάσχει από ανίατη ασθένεια εξασφαλίσει τη σύμφωνη γνώμη και τη συνεργασία του δικού του ιατρού και ενός άλλου ιατρού.  Οι ανήλικοι πάσχοντες ηλικίας 12-16 ετών έχουν το δικαίωμα στην υποβοηθούμενη αυτοκτονία εφόσον έχουν και την συγκατάθεση των γονιών τους.  Εάν η υποβοηθούμενη αυτοκτονία λάβει χώρα χωρίς τη συμβολή ιατρικής ομάδας τότε η πράξη είναι παράνομη..

Γαλλία: Ο πρόεδρος Ολάντ έχει δεσμευθεί για την κατάρτιση και τη συζήτηση σχετικού σχεδίου νόμου μέσα στο 2014 διότι οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειοψηφία των Γάλλων είναι υπέρ της επιλογής της υποβοηθούμενης αυτοκτονίας για τους πάσχοντες με ανίατες ασθένειες,.

ΗΠΑ: Η ευθανασία είναι γενικότερα εκτός νόμου σε όλες τις πολιτείες εκτός του Όρεγκον του Βερμόντ.  Σε αυτές τις πολιτείες ασθενείς που έχουν κριθεί ότι έχουν λιγότερο από 6 μήνες ζωής μπορούν να επιλέξουν την ευθανασία.

Αυστραλία: Παρότι η πρακτική είχε νομιμοποιηθεί το 1995 το 1997 η τότε κυβέρνηση ανέστειλε την ισχύ της νομοθεσίας.  Πλέον οι πάσχοντες από ανίατες ασθένειες πρέπει να προσφύγουν στην δικαιοσύνη η οποία αποφασίζει κατά περίπτωση.

Στην Ελλάδα ο νόμος είναι ξεκάθαρος στο θέμα της ευθανασίας. Το άρθρο 303 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει ότι «όποιος αποφάσισε και εκτέλεσε ανθρωποκτονία ύστερα από σπουδαία και επίμονη απαίτηση του θύματος και από οίκτο για αυτόν που έπασχε από ανίατη ασθένεια τιμωρείται με φυλάκιση». Αναγνωρίζεται δηλαδή ελαφρυντικό, το οποίο λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής. Στην σημερινή Ευρώπη η Γαλλία και η Γερμανία συζητούν σε βάθος το νομικό καθεστώς υπό το οποίο θα ψηφιστούν νόμοι που θα νομιμοποιούν την ευθανασία-υποβοηθούμενη αυτοκτονία. Όπως προαναφέρθηκε, η ευθανασία ή η υποβοηθούμενη αυτοκτονία-και κάποιες φορές και τα δύο-έχουν νομιμοποιηθεί σε ένα μικρό αριθμό κρατών και πολιτειών.  Σε όλες τις περιπτώσεις ο νόμος προέβλεπε ασφαλιστικές δικλείδες για την αποφυγή της παραβίασης μιας τόσο σημαντικής νομολογίας ενώ ανάμεσα στις ασφαλιστικές δικλείδες συμπεριλαμβάνονται το ότι η απόφαση πρέπει να παρθεί με απόλυτη βεβαιότητα από το άτομο που ζητά την ευθανασία του, το άτομο πρέπει να έχει πλήρη συνείδηση του τι κάνει, την υποχρεωτική καταγραφή όλων των περιστατικών, την χορήγηση του μέσου που θα προξενήσει τον θάνατο αποκλειστικά από ιατρό (με εξαίρεση την Ελβετία) και την σύμφωνη γνώμη ενός δεύτερου ιατρού.

Παρότι ο αρχικός σκοπός αυτών των νόμων ήταν να περιοριστεί η ευθανασία ή/και η ιατρικώς υποβοηθούμενη αυτοκτονία σαν μία επιλογή-τελευταίο καταφύγιο για έναν πολύ μικρό αριθμό πασχόντων με καταληκτικά νοσήματα, ορισμένες χώρες ή και μεμονωμένοι ιατροί, επεκτείνουν την πρακτική σε νεογέννητα ,σε  παιδιά, σε ασθενείς με άνοια και σε ηλικιωμένους που αισθάνονται ότι είναι κουρασμένοι από την ζωή.  Επομένως, αυτό που καταδεικνύει η πράξη στις χώρες που έχουν νομιμοποιήσει την ευθανασία ή/και την υποβοηθούμενη αυτοκτονία είναι το ότι η απόφαση μπορεί να παρθεί μέσα από ένα πολύ υποκειμενικό αλγόριθμο και να εφαρμοστεί χωρίς την παρέμβαση ανεξάρτητων αξιολογητών με αποτέλεσμα να μπορούν να παρθούν αποφάσεις έξω από το γράμμα αλλά και το πνεύμα του νόμου.  Πέρα από αυτό, θα πρέπει να δοθεί βαρύτητα στις επιπτώσεις που θα έχει ένας τέτοιος νόμος στις πολιτικές δημόσιας υγείας.   Αυτό το ερώτημα δεν απευθύνεται μόνο σε ασφαλιστικά ταμεία ή ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες, τους εργαζόμενους στον χώρο της υγείας και τις νομολογίες που μπορούν να αναπτυχθούν.   Είναι ταυτόχρονα ένα ερώτημα που σχετίζεται με την κοινωνική αποδοχή, τις προσωπικές προσδοκίες και τις πραγματικότητες των «επιλογών» μέσα σε διαρκώς πιο σύνθετα και ακριβά συστήματα υγείας.  Θα μπορούσε η νομιμοποίηση της ευθανασίας η της υποβοηθούμενης αυτοκτονίας να οδηγήσει σε μια de facto αποδοχή του ότι υπάρχουν ζωές που δεν αξίζει να τις ζήσει κανείς;  Ότι υπάρχουν άνθρωπου που θα ήταν καλύτερα νεκροί;

Η θέση του Κέντρου Πρόληψης της Αυτοκτονίας στο συγκεκριμένο θέμα ξεκινά από τον ίδιο τον λόγο ύπαρξης του.  Μας ενδιαφέρει η πρόληψη των αυτοκτονιών και αποφυγή του θανάτου επομένως στόχος μας είναι το να λειτουργεί ο κοινωνικός ιστός με έναν τρόπο ο οποίος τιμά κάθε πολίτη και κάθε ανθρώπινη ύπαρξη προσφέροντας την δυνατότητα της επιβίωσης και το δικαίωμα στην αξιοπρεπή ζωή σε μορφωτικό, εργασιακό, ιατροφαρμακευτικό, κοινωνικοπρονοιακό επίπεδο.   Σχετικά με την πολιτική της ευθανασίας-υποβοηθούμενης αυτοκτονίας η θέση του κέντρου είναι το ότι δεν μπορούμε να θέσουμε τους εαυτούς μας ρυθμιστές της απόφασης του ατόμου σχετικά με τον θάνατο του, ή ακόμα και της σχέσης του με το υπέρτατο ον.  Μπορούμε να μιλήσουμε μόνο για την επιστήμη του συγκεκριμένου, δηλαδή για το ότι κάθε περίπτωση θα πρέπει να εξετάζεται ξεχωριστά και αναλυτικά.  Ενδεχομένως να μπορεί να υπάρχει η πρόβλεψη, μέσα σε ένα σαφές πλαίσιο, της δυνατότητας στο άτομο να θέσει τέλος στην ζωή του αν αυτή γίνεται αβάσταχτη ενώ δεν έχει καμία προοπτική επίλυσης του προβλήματος υγείας που το βασανίζει.   Ταυτόχρονα, θα πρέπει να λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα έτσι ώστε να μην περιθωριοποιούνται άτομα μέσα στον κοινωνικό ιστό.  Δεν υπάρχει σχέση ανάμεσα στην υποβοηθούμενη αυτοκτονία του καρκινοπαθή σε τελικό στάδιο όπου ο θάνατος του είναι θέμα εβδομάδων με την αυτοκτονία ενός ανέργου.  Οι πολιτικές πρόληψης της αυτοκτονίας πρέπει να συνεχιστούν, να εντατικοποιηθούν και να αποτελέσουν ένα ενιαίο χώρο δράσης για αυτούς που βρίσκονται σε κατάσταση αυτοκτονικής κρίσης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *