Αυτοκτονία και Πένθος

penthosΗ απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου αποτελεί ένα οδυνηρό γεγονός στη ζωή του ατόμου που αλλάζει τις ισορροπίες και διαταράσσει τη ζωή του. Πρόκειται για μια έντονη βιωματική εμπειρία, όπου το άτομο αισθάνεται απελπισμένο για το μέλλον και πιθανόν να μην μπορεί να συνεχίσει τη ζωή του στους ίδιους ρυθμούς. Συνήθως, ακολουθεί μια φυσιολογική περίοδος πένθους, όπου το άτομο βιώνει ψυχική οδύνη και δυσφορία στην ανάμνηση του αποθανόντα, ενώ ίσως συνυπάρχουν αγχώδεις εκδηλώσεις, φόβος και θυμός, σοκ που μπορεί να διαρκέσει κάποιες στιγμές, μέρες ή μήνες, καθώς και διαταραχές του ύπνου, κλάμα, απομόνωση από τις διαπροσωπικές σχέσεις, δυσκολία συγκέντρωσης και αναζήτηση του χαμένου προσώπου παράλληλα με μιαν αδυναμία επένδυσης σε μια νέα σχέση (Ness & Pfeffer, 1990; Sadock’s & Sadock’s, 2007).

Κατά καιρούς γίνονται αναφορές σε κρίσιμα, μεταβατικά στάδια από τα οποία το άτομο περνά έπειτα από μιαν απώλεια. Μπορεί να αισθάνεται μούδιασμα, σοκ, αίσθημα παράλυσης και ακινητοποίησης, όπου δεν μπορεί να προγραμματίσει ή να καταλάβει τι πραγματικά έχει συμβεί. Ενδεχομένως, επιχειρήσει να ελαχιστοποιήσει ή/ και να εκμηδενίσει τις αλλαγές που έχουν προκληθεί λόγω της απώλειας ή ακόμα και να αρνηθεί ότι υπάρχουν αλλαγές. Αναμένεται να ακολουθήσει η διαδικασία επούλωσης, η οποία συνοδεύεται από αισθήματα λύπης και εσωτερικής αναταραχής, θυμό για την απώλεια και ενοχή. Το άτομο σταδιακά αρχίζει να αποδεσμεύεται και αποδέχεται την πραγματικότητα όπως είναι. Η φάση της αποδέσμευσης αποτελεί μια γέφυρα καθώς το άτομο αρχίζει να δοκιμάζει τον εαυτό του σε νέες καταστάσεις. Σε αυτήν την περίοδο μπορεί να προκύψουν συγκρούσεις με τους γύρω. Μετά την έξαρση των πειραματισμών το άτομο κατευθύνεται προς την αναζήτηση νοήματος και κατανόησης του πώς και γιατί τα πράγματα είναι διαφορετικά. Οι νέες αντιλήψεις εσωτερικεύονται, γίνονται μέρος του εαυτού και ενσωματώνονται στο ρεπερτόριο συμπεριφοράς. Στις περιπτώσεις όπου πολλά θέματα στη σχέση με τον αποθανόντα παραμένουν άλυτα ή υπάρχουν λόγοι για τους οποίους το άτομο μετανιώνει για κάποια ανεπίλυτη διαφωνία, μπορεί να κυριαρχήσουν συναισθήματα θλίψης, απελπισίας και η αίσθηση ότι το άτομο δε θα μπορέσει να συνεχίσει τη ζωή του.

Οι διεργασίες αυτές είναι ακόμα δυσκολότερες, σε περιπτώσεις όπου η απώλεια οφείλεται σε απροσδόκητα και τραυματικά συμβάντα, όπως για παράδειγμα σε μιαν αυτοκτονία ή σε ένα ατύχημα. Ένας ξαφνικός και βίαιος θάνατος αφήνει ένα δυσεπίλυτο κενό στα άτομα που μένουν πίσω, καθώς φίλοι και συγγενείς ξαφνικά εξαναγκάζονται να έρθουν αντιμέτωποι με μια μη αναστρέψιμη πραγματικότητα, η οποία έχει και συνεπακόλουθες προεκτάσεις (π.χ. οικονομικές δυσκολίες, κοινωνικό στίγμα, δυσκολίες προσαρμογής κ.ο.κ), αφήνοντας ένα αίσθημα ανασφάλειας και ευαλωτότητας. Σύμφωνα με τους Clark και Goldney (2000) και Jones (1987), όταν ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου οφείλεται σε αυτοκτονία, τότε η πιθανότητα γι’ αυτόν που μένει πίσω να αναπτύξει έναν συνδυασμό ψυχικών διαταραχών και σωματικών εκδηλώσεων είναι πολύ υψηλότερη (Groot, Keijser & Neeleman, 2006).  Σύμφωνα με τον Jordan (2001) η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου λόγω αυτοκτονίας είναι μια πολύ δύσκολη εμπειρία που μπορεί να προκαλέσει έναν εντελώς διαφορετικό τύπο διεργασίας του πένθους, εφόσον το άτομο ή τα μέλη μιας οικογένειας είναι πιο πιθανό να βιώσουν συμπτώματα μετατραυματικού στρες, άλλες αγχώδεις διαταραχές και έντονες καταθλιπτικές αντιδράσεις που μπορεί να περιπλέξουν τη φυσιολογική διεργασία του.

Ένας «τραυματικός» θάνατος λοιπόν αυξάνει την πιθανότητα το άτομο που μένει πίσω να εμφανίσει επιπλεγμένο πένθος. Με τον όρο αυτό εννοούμε την καθυστερημένη ή ανολοκλήρωτη προσαρμογή στην απώλεια ή την αποτυχία περάσματος της διεργασίας του πένθους. Τα συμπτώματα του επιπλεγμένου πένθους μπορεί να περιλαμβάνουν υπερδραστηριότητα, νευρικότητα και ένταση, κακή διάθεση, απάθεια και αυτοκτονικό ιδεασμό, ενασχόληση με σκέψεις που αφορούν τον αποθανόντα, δυσπιστία για το θάνατο, κλάμα και δυσκολία αποδοχής του συμβάντος, καθώς και φοβίες γύρω από την ασθένεια και το θάνατο (Prigerson, Maciejewski, Reynolds, Bierhals, Newsom, Fasiczka, Frank, Doman & Miller, 1995). Το άτομο μπορεί να βιώνει έντονα αισθήματα ενοχών και αυτοκατηγόριας για αυτά που δεν έγιναν ή που δεν αντιλήφθηκε, καθόσον ζούσε το αγαπημένο πρόσωπο. Μπορεί να ταλανίζεται από ερωτήματα που σχετίζονται με το λόγο για τον οποίο το αγαπημένο πρόσωπο προέβη σε αυτοκτονία, ενώ συγχρόνως έχει να αντιμετωπίσει αρκετά συχνά και το κοινωνικό στίγμα που ενισχύει ή/ και παρατείνει το αίσθημα ντροπής και αυτοκατηγόριας. Μάλιστα, σε έρευνα που διεξήχθη από τους Currier, Holland και Neimeyer (2006) σε ένα πολυφυλετικό δείγμα 1056 φοιτητών που πρόσφατα είχαν χάσει κάποιο αγαπημένο τους πρόσωπο από βίαιο θάνατο, φάνηκε ότι η ικανότητα να κατασκευάσουν και να αποδώσουν ένα νόημα σε αυτή τη βιωματική εμπειρία, λειτούργησε θετικά, προλαμβάνοντας την εμφάνιση συμπτωματολογίας επιπλεγμένου πένθους (Currier & al., 2006).

Υπό το βάρος λοιπόν αυτών των τραυματικών εμπειριών, υπάρχει κίνδυνος το άτομο που πενθεί να μην αναζητήσει ψυχολογική ή κοινωνική υποστήριξη, οπότε η παρουσία ενός υποστηρικτικού δικτύου (π.χ. φίλοι, άλλοι συγγενείς, κοινότητα, εκκλησία, κ.ο.κ) είτε από το άμεσο είτε από το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον είναι καίριας σημασίας, προκειμένου σταδιακά αυτός που μένει πίσω ή/ και η οικογένεια που θρηνεί να ανασυγκροτηθούν για την αντιμετώπιση των καθημερινών, πρακτικών θεμάτων και σε ένα δεύτερο επίπεδο να αναζητήσουν, αν και εφόσον χρειαστεί, ειδική βοήθεια από επαγγελματίες ψυχικής υγείας.

Αν πενθείτε την απώλεια κάποιου δικού σας προσώπου μπορείτε να απευθύνθείτε στην ΜΕΡΙΜΝΑ (http://www.merimna.org.gr)  στα τηλέφωνα 210 6463622 (Αθήνα) και 2310510010 (Θεσσαλονίκη) καθώς και στην 24ωρη Γραμμή για την Αυτοκτονία 1018.

Βιβλιογραφία

Currier, J. M., Holland, J. M. & Neimeyer, R. A. (2006). Sense-Making, Grief, and the Experience of Violent Loss: Toward a Mediational Model. Death Studies, 30, (5), 403 – 428.

De Groot, M.H., De Keijser, J. & Neeleman J. (2006). Grief Shortly After Suicide and Natural Death: A Comparative Study among Spouses and First-Degree Relatives. Suicide and Life-Threatening Behavior, 36 (4), 418 – 431.

Jordan J. R. (2001). Is Suicide Bereavement Different? A Reassessment of thε Literature. Suicide and Life-Threatening Behavior, 31 (1), 91-102.

Kubler-Ross, Elizabeth (1969). On death and dying. New York: Macmillan.

Ness, D. E. & Pfeffer, C. R. (1990). Sequelae of Bereavement Resulting From Suicide. American Journal of Psychiatry, 147 (3), 279 – 285.

Sadock, B. J. & Sadock, V. A. (2005). Kaplan & Sadock’s Pocket Handbook of  Clinical Psychiatry, 4rth Edition. USA: Lippincott Williams & Wilkins.

 

 

 

 

 

Αυτοκτονίες υπό κράτηση

prisonΕίναι γνωστό βιβλιογραφικά αλλά και εμπειρικά σε όσους εργάζονται ή έρχονται σε επαφή με τους χώρους των καταστημάτων κράτησης ότι οι αυτοκαταστροφικού τύπου συμπεριφορές εμφανίζουν εξαιρετικά μεγαλύτερη συχνότητα σε πληθυσμούς κρατουμένων απ’ ότι στο γενικό πληθυσμό. Τα  περιστατικά αυτοκτονιών που βλέπουν το φως της δημοσιότητας αποτελούν μόνο την κορυφή του παγόβουνου και δεν περιλαμβάνουν τις απόπειρες αυτοκτονίες και τους αυτοτραυματισμούς κρατουμένων.  Αναζητώντας τα αίτια του φαινόμενου με σκοπό την εφαρμογή προληπτικών παρεμβάσεων και είναι σημαντικό να εστιάσουμε στα παρακάτω σημεία:

  • Το 90-95% των αυτοκτονιών εκδηλώνονται στο πλαίσιο κάποιας ψυχικής  διαταραχής. Ο επιπολασμός των ψυχικών διαταραχών είναι υψηλός εντός των καταστημάτων. Ο εγκλεισμός αποτελεί ένα ισχυρό πυροδοτικό παράγοντα εκδήλωσης ψυχικών διαταραχών και αυτοκτονικών συμπεριφορών και το περιβάλλον των καταστημάτων έτσι όπως είναι διαμορφωμένο και στελεχωμένο δεν μπορεί να έχει θεραπευτικές ιδιότητες για τα άτομα αυτά.
  • Οι δομές για ψυχικά πάσχοντες παραβάτες είναι ανύπαρκτες. Το ψυχιατρικό νοσοκομείο του Κορυδαλλού δεν είναι δυνατόν να εξυπηρετήσει τις ανάγκες ενός εναλλασσόμενου πληθυσμού περίπου 12.000 κρατουμένων.
  • Το σωφρονιστικό προσωπικό που έρχεται συνεχόμενα σε επαφή με κρατούμενους και  πολύ συχνά εκτελεί και χρέη ιατρονοσηλευτικού προσωπικού δεν διαθέτει τις απαραίτητες γνώσεις για την αναγνώριση και αντιμετώπιση ψυχικά ασθενών και αυτοκτονικών ατόμων.
  • Το περιβάλλον των καταστημάτων είναι ακατάλληλα διαμορφωμένο για την πρόληψη των αυτοκτονιών. Άτομα σε κρίση με ενεργό αυτοκτονικό ιδεασμό έχουν άμεση πρόσβαση σε ξυράφια, καλώδια, χλωρίνες κλπ.
  • Δεν υπάρχει ένα εθνικό σύστημα καταγραφής και παρακολούθησης ώστε να γνωρίζουμε τι συμβαίνει στους ανθρώπους όταν αποφυλακίζονται. Τι ανάγκες έχουν;  Πόσοι επιστρέφουν στην φυλακή και μετά από πόσο καιρό; Ακόμα και αν λάμβαναν ψυχιατρική και ψυχολογική παρακολούθηση όσο ήταν κρατούμενοι πώς γίνεται  η διασύνδεση με άλλες υπηρεσίες στις οποίες μπορούν να απευθύνονται μετά την αποφυλάκιση;

Αξίζει να αναλογιστούμε το οικονομικό κόστος  των αποπειρών αυτοκτονίας, των αυτοτραυματισμών, των ψυχικών ασθενειών που δεν λαμβάνουν καμία φροντίδα, των υποτροπών και της ανακύκλωσης του πληθυσμού των κρατουμένων. Οι έρευνες για το ψυχοκοινωνικό προφίλ των κρατουμένων καταδεικνύουν σαφώς το ποιοι είναι αυτοί που θα καταλήξουν ξανά και ξανά στη φυλακή. Η επαναληπτικότητα των εγκλεισμών και ο επιπολασμός των ψυχικών διαταραχών στα καταστήματα κράτησης, σε ένα βαθμό καταδεικνύει την αποτυχία του υφιστάμενου σωφρονιστικού συστήματος και την αναγκαιότητα να περάσουμε από την αποιδρυματοποίηση των ψυχιατρικών νοσοκομείων στην αποιδρυματοποίηση των φυλακών.