Γαλλία: Σε επιστημονική διαβούλευση νόμος για την ευθανασία

Το ελληνικό Κέντρο Πρόληψης για την Αυτοκτονία συμμετείχε στη συζήτηση

Στις 7 Οκτωβρίου 2014, στο Ινστιτούτο Κοινωνικής και Οικονομικής Πολιτικής της Γαλλίας, Παρίσι, το Ελληνικό Κέντρο για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας προσκλήθηκε από τον καθηγητή της ψυχιατρικής και μέλος του Εθνικού Παρατηρίου για την Αυτοκτονία της Γαλλίας, Michel Debout  για να συμμετέχει σε στρογγυλό τραπέζι με θέμα : «Πρακτικές πρόληψης και η ηθική της παρέμβασης».  Στην σύσκεψη συμμετείχαν ειδικοί στο θέμα της πρόληψης της αυτοκτονίας, της ευθανασίας και της ιατρικώς υποβοηθούμενης αυτοκτονίας.

Τα μέλη της επιστημονικής κοινότητας που συμμετείχαν προέρχονταν από πέντε ευρωπαϊκές χώρες και τους ζητήθηκε να εκφράσουν τις θέσεις τους σχετικά με τον νέο νόμο που προκρίνει η Γαλλική κυβέρνηση για την νομιμοποίηση της ιατρικώς υποβοηθούμενης αυτοκτονίας ή/και της ευθανασίας.  Το θέμα της συνάντησης ήταν το δικαίωμα ή όχι του ατόμου να αποφασίσει αν θέλει να δώσει τέλος στην ζωή του καθώς και οι ηθικές και πολιτισμικές επιπτώσεις που θα είχε μια τέτοια νομολογία στην πρόληψη της αυτοκτονίας.  Στοχεύοντας στην κατά το δυνατόν καλύτερη κάλυψη του θέματος τα μέλη του στρογγυλού τραπεζιού εκλήθησαν στην βάση της πολιτικής της κάθε χώρας καθώς και  στην βάση του πως σχετίζονται οι ίδιοι με το ζήτημα.  Συγκεκριμένα, εκλήθησαν δύο χώρες που εφαρμόζουν την ευθανασία ή/και την ιατρικώς υποβοηθούμενη αυτοκτονία (Βέλγιο, Ελβετία), δύο χώρες που διαπραγματεύονται την δημιουργία του νομοθετικού πλαισίου που θα προβλέπει την ευθανασία ή/και την ιατρικώς υποβοηθούμενη αυτοκτονία (Γαλλία, Γερμανία) και δύο χώρες οι οποίες δεν έχουν τέτοιες πολιτικές όμως οι εκπρόσωποι τους εργάζονται στο πεδίο της πρόληψης της αυτοκτονίας (Ελλάδα, Ισπανία).

Συγκεκριμένα το Βέλγιο εκπροσώπησε ο Jean-Marie Maloteaux, καθηγητής  νευρολογίας  πρόεδρος της επιτροπής ηθικής του πανεπιστημίου και της κλινικής Saint Luc, μέλος της επιτροπής βιοηθικής και της ιατρικής ακαδημίας του Βελγίου, την Γερμανία ο Armin Schmidtke, καθηγητής ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο Würzburg, υπεύθυνος του Εθνικού Προγράμματος Πρόληψης της αυτοκτονίας , την Ισπανία ο Santiago Duran-sindreu ψυχίατρος, διευθυντής του Κέντρου Πρόληψης για την Αυτοκτονία του νοσοκομείου Sant Pau Barcelona, την Ελβετία η Sandra Burkhardt, καθηγήτρια ιατροδικαστικής, την Ελλάδα ο Κυριάκος Κατσαδώρος-ψυχίατρος επιστημονικός διευθυντής ΚΛΙΜΑΚΑ-Κέντρο Πρόληψης για την Αυτοκτονία και την Γαλλία ο Jacques Vedrine-καθηγητής ιατροδικαστικής, μέλος του Εθνικού Παρατηρίου για την Αυτοκτονία.

Ευθανασία και αυτοκτονία συνάπτονται τόσο, που πρέπει να τις συζητήσουμε από κοινού. Η πρώτη έχει το στοιχείο της λογικής και της αλληλεγγύης, η δεύτερη της απόγνωσης που μπορεί να πηγάζει από λογικά αίτια ή από τρέλα. Στην Ελλάδα παρότι, το θέμα έρχεται στη δημοσιότητα ολοένα και περισσότερο, εντούτοις, ο όρος ευθανασία παραμένει ασαφής.  Ευθανασία σημαίνει το καλώς θνήσκειν, όπου το «ευ» σημαίνει καλός, ωραίος, γενναίος, ευγενής και το δεύτερο μέρος της λέξεως αποδίδει την έκφραση για το φυσικό «θάνατο». Με τον όρο ευθανασία υπονοείται κυρίως η πρόκληση ανώδυνου θανάτου σε ανίατο ασθενή, που υποφέρει, χωρίς πλέον να έχει ελπίδα θεραπείας, με σκοπό τη λύτρωσή του.

Ανάλογα με τον τρόπο που ασκείται η ευθανασία διακρίνεται σε ενεργητική και παθητική καθώς και υποβοηθούμενη αυτοκτονία. Υπάρχουν και άλλες μορφές ευθανασίας που συνεχώς μεταβάλλονται αφ’ ενός μεν λόγω αλλαγών στις αντιλήψεις της κοινωνίας, αφ’ ετέρου δε λόγω της προόδου της επιστήμης και των πολύπλοκων μεθόδων στην προσπάθεια παρακάμψεως των νομικών και ηθικών ευθυνών.

Αναλυτικότερα ως Ενεργητική ευθανασία ορίζεται η επίσπευση του επικείμενου θανάτου με συγκεκριμένες ενέργειες όπως η χορήγηση φαρμάκων, μετά από απαίτηση του ανιάτως πάσχοντος ή και χωρίς αυτή.

Ως Παθητική ευθανασία ορίζεται η μη παροχή ή η διακοπή της ήδη εφαρμοζόμενης θεραπείας με συνέπεια να επισπεύδεται η κατάληξή του ασθενούς. Στην παθητική ευθανασία δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση της διακοπής ή της μη έναρξης αγωγής η οποία εξασφαλίζει τη συμπτωματική ανακούφιση του ασθενούς.   Ως Υποβοηθούμενη αυτοκτονία ορίζεται η χορήγηση στον ίδιο τον άρρωστο του μέσου (π.χ. τοξικής ουσίας), από τον ιατρό, για τον τερματισμό της ζωής του στα τελικά στάδια της βασανιστικής ανίατης νόσου. Ευρύτατες έρευνες αποκαλύπτουν καθημερινά σε διεθνές επίπεδο ότι η ευθανασία είναι μια πρακτική που τηρείται, έστω κι αν αποτελεί κοινή συνείδηση ότι είναι μια πρακτική που απαγορεύεται από το δίκαιο.

Τα ερωτήματα που ετέθησαν στην συνάντηση  δεν απασχολούν μόνο τον σύγχρονο δυτικό πολιτισμό, αντίθετα απασχολούν την ανθρωπότητα από την αρχαιότητα.  Ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Πυθαγόρας, ο Επίκουρος και οι τραγωδοί προβληματίστηκαν και διαπραγματεύθηκαν στο έργο τους την ευθανασία των ετοιμοθάνατων. Η Ιώ στον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου λέει «…κάλλιο κανείς να πάει μια και καλή, παρά να τυραννιέται αιώνια» ενώ ο ημίθεος Ηρακλής στις «Τραχίνιες» του Σοφοκλή ζητάει από το γιό του τον Ύλλο να του κάνει ευθανασία. Ο Πλάτωνας αναφέρει στην «Πολιτεία» πως ίδιος ο Ασκληπιός σε περιπτώσεις χωρίς γιατρειά συνιστά αποφυγή κάθε αγωγής ώστε ο ασθενής να πεθάνει πιο γρήγορα («Medical Ethics in the Ancient World», Paul Carrick-‘University Press’, Washington-‘2001).   Όμως ο Αριστοτέλης (‘Ηθικά Νικομάχεια’ και ‘Ευδήμεια’) θεωρούσε γενικά την αυτοκτονία πράξη δειλίας, αντίθετα με τον Πλάτωνα (Νόμοι) που τη θεωρούσε μεν ποινικά κολάσιμη, αποδεκτή όμως ως ακραία εναλλακτική επιλογή διακοπής μιας αναξιοπρεπούς ζωής (Cooper MJ. ‘Greek philosophers on euthanasia and suicide’. In: Brody AB, ed. Suicide and Euthanasia. The Netherlands: Kluwer Academic Publishers, 1989). Στην σύγχρονη εποχή το 1991 έγινε μια συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την ευθανασία η οποία εκκίνησε τη διενέργεια συζητήσεων σε όλα τα επίπεδα στην Ευρώπη.  Πλέον ανά τον κόσμο λαμβάνουν χώρα ορισμένες σημαντικές αλλαγές που σχετίζονται με την ευθανασία και την υποβοηθούμενη από τον ιατρό αυτοκτονία παρότι στις περισσότερες χώρες η ευθανασία και η υποβοηθούμενη αυτοκτονία ασθενών με ανίατες ασθένειες είναι παράνομες.

Η πρακτική είναι νομιμοποιημένη και εφαρμόζεται στις εξής χώρες και πολιτείες:

Ελβετία: Η ευθανασία και η υποβοηθούμενη αυτοκτονία ενήλικων ασθενών με ανίατες ασθένειες είναι νόμιμες στη χώρα από το 1940, χωρίς να απαιτείται η σύμφωνη γνώμη και η συνεργασία γιατρού υπό την προϋπόθεση πως τελείται από κάποιον που δεν έχει συμφέρον από τον θάνατο του πάσχοντος.  Επιπλέον, η πράξη νομιμοποιείται μόνο εάν συντελεστεί με παθητικό τρόπο (πχ παροχή φαρμάκων) και όχι με ενεργητικό (πχ δεν μπορεί κάποιος να του κάνει μια ένεση).  Η νομοθεσία καλύπτει και πολίτες άλλων χωρών, που ταξιδεύουν στην Ελβετία για να θέσουν τέλος στην ζωή τους συνήθως με τη συνεργασία του κέντρου υποβοηθούμενης αυτοκτονίας Dignitas

Οι ελβετικές αρχές εμμένουν στη σοβαρότητα  του διαχωρισμού μεταξύ της επιθυμίας θανάτου, η οποία αποτελεί σύμπτωμα σοβαρής ψυχικής διαταραχής (και η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί) και της επιθυμίας θανάτου ενός ατόμου με πλήρη συνειδητότητα, το οποίο πάσχει από σοβαρή ανίατη ασθένεια και που η απόφαση του είναι προιόν ωρίμου σκέψεως και οριστική.

Λουξεμβούργο:  Το 2008 ψηφίστηκε νομοσχέδιο με θέμα «Το δικαίωμα σε αξιοπρεπή θάνατο», το οποίο επιτρέπει σε ενήλικους πάσχοντες από ανίατες ασθένειες να επιλέξουν την υποβοηθούμενη αυτοκτονία για να μην υποφέρουν. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η σύμφωνη γνώμη του ιατρού τους.

Βέλγιο: Το 2002 νομιμοποιήθηκαν η ευθανασία και η υποβοηθούμενη αυτοκτονία για ενηλίκους πάσχοντες από ανίατες ασθένειες με τη σύμφωνη γνώμη του γιατρού τους.

Ολλανδία: Η υποβοηθούμενη αυτοκτονία δύναται να τελεσθεί όταν ασθενής που πάσχει από ανίατη ασθένεια εξασφαλίσει τη σύμφωνη γνώμη και τη συνεργασία του δικού του ιατρού και ενός άλλου ιατρού.  Οι ανήλικοι πάσχοντες ηλικίας 12-16 ετών έχουν το δικαίωμα στην υποβοηθούμενη αυτοκτονία εφόσον έχουν και την συγκατάθεση των γονιών τους.  Εάν η υποβοηθούμενη αυτοκτονία λάβει χώρα χωρίς τη συμβολή ιατρικής ομάδας τότε η πράξη είναι παράνομη..

Γαλλία: Ο πρόεδρος Ολάντ έχει δεσμευθεί για την κατάρτιση και τη συζήτηση σχετικού σχεδίου νόμου μέσα στο 2014 διότι οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειοψηφία των Γάλλων είναι υπέρ της επιλογής της υποβοηθούμενης αυτοκτονίας για τους πάσχοντες με ανίατες ασθένειες,.

ΗΠΑ: Η ευθανασία είναι γενικότερα εκτός νόμου σε όλες τις πολιτείες εκτός του Όρεγκον του Βερμόντ.  Σε αυτές τις πολιτείες ασθενείς που έχουν κριθεί ότι έχουν λιγότερο από 6 μήνες ζωής μπορούν να επιλέξουν την ευθανασία.

Αυστραλία: Παρότι η πρακτική είχε νομιμοποιηθεί το 1995 το 1997 η τότε κυβέρνηση ανέστειλε την ισχύ της νομοθεσίας.  Πλέον οι πάσχοντες από ανίατες ασθένειες πρέπει να προσφύγουν στην δικαιοσύνη η οποία αποφασίζει κατά περίπτωση.

Στην Ελλάδα ο νόμος είναι ξεκάθαρος στο θέμα της ευθανασίας. Το άρθρο 303 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει ότι «όποιος αποφάσισε και εκτέλεσε ανθρωποκτονία ύστερα από σπουδαία και επίμονη απαίτηση του θύματος και από οίκτο για αυτόν που έπασχε από ανίατη ασθένεια τιμωρείται με φυλάκιση». Αναγνωρίζεται δηλαδή ελαφρυντικό, το οποίο λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής. Στην σημερινή Ευρώπη η Γαλλία και η Γερμανία συζητούν σε βάθος το νομικό καθεστώς υπό το οποίο θα ψηφιστούν νόμοι που θα νομιμοποιούν την ευθανασία-υποβοηθούμενη αυτοκτονία. Όπως προαναφέρθηκε, η ευθανασία ή η υποβοηθούμενη αυτοκτονία-και κάποιες φορές και τα δύο-έχουν νομιμοποιηθεί σε ένα μικρό αριθμό κρατών και πολιτειών.  Σε όλες τις περιπτώσεις ο νόμος προέβλεπε ασφαλιστικές δικλείδες για την αποφυγή της παραβίασης μιας τόσο σημαντικής νομολογίας ενώ ανάμεσα στις ασφαλιστικές δικλείδες συμπεριλαμβάνονται το ότι η απόφαση πρέπει να παρθεί με απόλυτη βεβαιότητα από το άτομο που ζητά την ευθανασία του, το άτομο πρέπει να έχει πλήρη συνείδηση του τι κάνει, την υποχρεωτική καταγραφή όλων των περιστατικών, την χορήγηση του μέσου που θα προξενήσει τον θάνατο αποκλειστικά από ιατρό (με εξαίρεση την Ελβετία) και την σύμφωνη γνώμη ενός δεύτερου ιατρού.

Παρότι ο αρχικός σκοπός αυτών των νόμων ήταν να περιοριστεί η ευθανασία ή/και η ιατρικώς υποβοηθούμενη αυτοκτονία σαν μία επιλογή-τελευταίο καταφύγιο για έναν πολύ μικρό αριθμό πασχόντων με καταληκτικά νοσήματα, ορισμένες χώρες ή και μεμονωμένοι ιατροί, επεκτείνουν την πρακτική σε νεογέννητα ,σε  παιδιά, σε ασθενείς με άνοια και σε ηλικιωμένους που αισθάνονται ότι είναι κουρασμένοι από την ζωή.  Επομένως, αυτό που καταδεικνύει η πράξη στις χώρες που έχουν νομιμοποιήσει την ευθανασία ή/και την υποβοηθούμενη αυτοκτονία είναι το ότι η απόφαση μπορεί να παρθεί μέσα από ένα πολύ υποκειμενικό αλγόριθμο και να εφαρμοστεί χωρίς την παρέμβαση ανεξάρτητων αξιολογητών με αποτέλεσμα να μπορούν να παρθούν αποφάσεις έξω από το γράμμα αλλά και το πνεύμα του νόμου.  Πέρα από αυτό, θα πρέπει να δοθεί βαρύτητα στις επιπτώσεις που θα έχει ένας τέτοιος νόμος στις πολιτικές δημόσιας υγείας.   Αυτό το ερώτημα δεν απευθύνεται μόνο σε ασφαλιστικά ταμεία ή ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες, τους εργαζόμενους στον χώρο της υγείας και τις νομολογίες που μπορούν να αναπτυχθούν.   Είναι ταυτόχρονα ένα ερώτημα που σχετίζεται με την κοινωνική αποδοχή, τις προσωπικές προσδοκίες και τις πραγματικότητες των «επιλογών» μέσα σε διαρκώς πιο σύνθετα και ακριβά συστήματα υγείας.  Θα μπορούσε η νομιμοποίηση της ευθανασίας η της υποβοηθούμενης αυτοκτονίας να οδηγήσει σε μια de facto αποδοχή του ότι υπάρχουν ζωές που δεν αξίζει να τις ζήσει κανείς;  Ότι υπάρχουν άνθρωπου που θα ήταν καλύτερα νεκροί;

Η θέση του Κέντρου Πρόληψης της Αυτοκτονίας στο συγκεκριμένο θέμα ξεκινά από τον ίδιο τον λόγο ύπαρξης του.  Μας ενδιαφέρει η πρόληψη των αυτοκτονιών και αποφυγή του θανάτου επομένως στόχος μας είναι το να λειτουργεί ο κοινωνικός ιστός με έναν τρόπο ο οποίος τιμά κάθε πολίτη και κάθε ανθρώπινη ύπαρξη προσφέροντας την δυνατότητα της επιβίωσης και το δικαίωμα στην αξιοπρεπή ζωή σε μορφωτικό, εργασιακό, ιατροφαρμακευτικό, κοινωνικοπρονοιακό επίπεδο.   Σχετικά με την πολιτική της ευθανασίας-υποβοηθούμενης αυτοκτονίας η θέση του κέντρου είναι το ότι δεν μπορούμε να θέσουμε τους εαυτούς μας ρυθμιστές της απόφασης του ατόμου σχετικά με τον θάνατο του, ή ακόμα και της σχέσης του με το υπέρτατο ον.  Μπορούμε να μιλήσουμε μόνο για την επιστήμη του συγκεκριμένου, δηλαδή για το ότι κάθε περίπτωση θα πρέπει να εξετάζεται ξεχωριστά και αναλυτικά.  Ενδεχομένως να μπορεί να υπάρχει η πρόβλεψη, μέσα σε ένα σαφές πλαίσιο, της δυνατότητας στο άτομο να θέσει τέλος στην ζωή του αν αυτή γίνεται αβάσταχτη ενώ δεν έχει καμία προοπτική επίλυσης του προβλήματος υγείας που το βασανίζει.   Ταυτόχρονα, θα πρέπει να λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα έτσι ώστε να μην περιθωριοποιούνται άτομα μέσα στον κοινωνικό ιστό.  Δεν υπάρχει σχέση ανάμεσα στην υποβοηθούμενη αυτοκτονία του καρκινοπαθή σε τελικό στάδιο όπου ο θάνατος του είναι θέμα εβδομάδων με την αυτοκτονία ενός ανέργου.  Οι πολιτικές πρόληψης της αυτοκτονίας πρέπει να συνεχιστούν, να εντατικοποιηθούν και να αποτελέσουν ένα ενιαίο χώρο δράσης για αυτούς που βρίσκονται σε κατάσταση αυτοκτονικής κρίσης.

Οι αυτοκτονίες από γέφυρα και τα μέτρα πρόληψης: κάποια δεδομένα από την παγκόσμια κοινότητα

γεΗ διεθνής βιβλιογραφία έχει καταδείξει ότι οι στρατηγικές που στοχεύουν στην πρόληψη της αυτοκτονίας μέσα από τον περιορισμό της πρόσβασης σε επικίνδυνες μεθόδους και σε σημεία υψηλής επικινδυνότητας λειτουργούν αποτελεσματικά στη μείωση των ποσοστών των αυτοκτονιών (Daigle, 2005).

Η μείωση της πρόσβασης συνεπάγεται και κοινοτικές δράσεις, εφόσον δεν στοχεύει απόλυτα στην πρόθεση μόνο ενός ατόμου. Μια τέτοια στρατηγική που αποσκοπεί συνολικά σε έναν πληθυσμό, έχει φανεί ότι επηρεάζει και άτομα όπου ο κίνδυνος για αυτοκτονία δεν είναι πάντα ανιχνεύσιμος,  οπότε μπορεί να μην αναζητούσαν κάποια βοήθεια ή υποστήριξη. Η απομάκρυνση λοιπόν ή ο περιορισμός των σημείων επικινδυνότητας μπορεί να αλλάξει το πλαίσιο μιας εν δυνάμει αυτοκτονίας, αποκλείοντας δυνητικά θανάσιμες πράξεις ή ωθώντας στη χρήση μιας λιγότερο θανατηφόρας μεθόδου (Yip, Caine, Yousuf, Chang, Wu & Chen, 2012).

Μια κοινή αντίληψη για την μείωση της πρόσβασης είναι ότι τα άτομα που επιθυμούν να αυτοκτονήσουν με ευκολία θα μεταπηδήσουν σε άλλες μεθόδους αυτοκτονίας. Εντούτοις, έρευνες έχουν καταδείξει ότι η μείωση της πρόσβασης σε μια μεθόδου ή σε ένα σημείο επικινδυνότητας δεν οδηγεί αναπόφευκτα σε μιαν αντισταθμιστική αύξηση άλλων μεθόδων αυτοκτονίας, όπως επίσης η ανάδυση μιας καινούργιας μεθόδου δε σηματοδοτεί απαραίτητα μιαν ανάλογη μείωση στη χρήση άλλων διαθέσιμων μεθόδων (Chen, Wu, Yousuf, Yip, 2012).

Καθώς πολλές αυτοκαταστροφικές πράξεις είναι παρορμητικές εκ φύσεως, ο περιορισμός των σημείων επικινδυνότητας ενέχει έναν ακόμα πιο επιτακτικό και καίριο ρόλο στην πρόληψη των αυτοκτονιών. Και αυτό διότι ένα «εμπόδιο» σε σημείο υψηλού κινδύνου δε δίνει μόνο στο άτομο χρόνο να το σκεφτεί, αλλά αυξάνει και τις πιθανότητες της παρέμβασης, λόγω της καθυστέρησης της αυτοκτονικής πράξης (Lindqvist, Johnsson, Eriksson et al. 2004).

Χαρακτηριστικό παράδειγμα μείωσης των σημείων επικινδυνότητας αποτελεί η εγκατάσταση ενός προστατευτικού φράγματος στη Γέφυρα Duke Ellington (The Duke Ellington Bridge) στην Ουάσινγκτον, έπειτα από τις ενέργειες ενός υφυπουργού που είχε χάσει την 24χρονη κόρη του λόγω αυτοκτονίας στο συγκεκριμένο σημείο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η τοποθέτηση του φράγματος υλοποιήθηκε μόνο για αυτή τη γέφυρα, ενώ για παρόμοια γέφυρα που βρισκόταν πολύ κοντά (Taft Bridge) δεν πάρθηκε κανένα μέτρο. Πριν από αυτή την υλοποίηση, κατά μέσο όρο διαπράττονταν 4 αυτοκτονίες το χρόνο. Αντιθέτως, σημειώνονταν λιγότερες από 2 αυτοκτονίες το χρόνο στην άλλη γέφυρα. Με το μέτρο αυτό καταγράφηκε μια μόνον αυτοκτονία στα 5 χρόνια μετά την εγκατάσταση των φραγμάτων, ενώ ο αριθμός των αυτοκτονιών από την κοντινή Taft Bridge παρέμεινε ο ίδιος (Daigle, 2005). Επιπλέον, παρατηρήθηκε μια μείωση του ποσοστού στον ετήσιο αριθμό των αυτοκτονιών στην Ουάσινγκτον, οπότε δε φάνηκε να υφίσταται μια σαφής ένδειξη μεταστροφής σε άλλες μεθόδους αυτοκτονίας πριν και μετά την ανέγερση του φράκτη.

Άλλο παράδειγμα ανάδειξης της σημασίας μέτρων σε σημεία υψηλής επικινδυνότητας αποτελεί η γέφυρα Grafton στο Auckland, στη Νέα Ζηλανδία. Σύμφωνα με έρευνα, διερευνήθηκαν οι αυτοκτονίες πριν και μετά την αφαίρεση των προστατευτικών φραγμάτων. Πριν αφαιρεθούν τα φράγματα στο διάστημα μεταξύ 1992 και 1995 σημειώθηκαν 3 αυτοκτονίες. Αντιθέτως, τα επόμενα χρόνια μετά την αφαίρεση των φραγμάτων (1996 – 2002), καταγράφηκαν 15 αυτοκτονίες, οπότε και επανατοποθετήθηκαν τα φράγματα (Beautrais, 2001).

Ομοίως,  o Andrew Pelletier στο «Centers for Disease Control & Prevention» μελέτησε τα φράγματα που τοποθετήθηκαν στην Memorial Bridge στην Augusta, Maine. Τα φράγματα τοποθετηθήκαν το 1983, ενώ τα επόμενα 22 χρόνια, δεν καταγράφηκε καμία αυτοκτονία. Αντιθέτως, πριν την εγκατάσταση των φραγμάτων είχαν σημειωθεί συνολικά 14 αυτοκτονίες. Ο αριθμός των αυτοκτονιών που αφορά πτώση από ύψος από άλλες κατασκευές στην ίδια πόλη, παρέμεινε ο ίδιος μετά την εγκατάσταση του φράκτη. Φαίνεται λοιπόν ότι τα αυτοκτονικά άτομα δεν έψαξαν για εναλλακτικές τοποθεσίες.

Ομοίως, άλλοι ερευνητές (Sinyor & Levitt, 2010) εξέτασαν την αποτελεσματικότητα των προστατευτικών φραγμάτων στην Bloor Street Viaduct στο Τορόντο, τη γέφυρα με το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό αυτοκτονιών στον κόσμο δίπλα στην Golden Gate Bridge του Σαν Φραντσίσκο. Σε αυτήν καταγράφηκαν σχεδόν 10 αυτοκτονίες το χρόνο μετά την τοποθέτηση φραγμάτων και συνολικά 28 αυτοκτονίες στα επόμενα 4 χρόνια, σε αντίθεση με πριν την εγκατάσταση των φραγμάτων όπου το ετήσιο ποσοστό ήταν περίπου 250 αυτοκτονίες. Εντούτοις,  οι ερευνητές επισημαίνουν ότι υπήρξε μιαν αύξηση των αυτοκτονιών από πτώση από άλλες γέφυρες στην πόλη, δηλαδή ανά χρόνο κατά μέσο όρο περίπου 8,7 πριν το προστατευτικό δίχτυ σε 14,7 αυτοκτονίες μετά την τοποθέτηση του προστατευτικού φράγματος, καθώς επίσης και μιαν αύξηση των αυτοκτονιών λόγω πτώσης από κτίρια, όχι όμως σημαντική σε εκείνη τη χρονική περίοδο (Cutcliffe, Santos, Links, Zaheer, Harder, Campbell, McCormick, Harder, Bergmans & Eynan, 2014).

Το 1975 ο David Rosen δημοσίευσε τις συνεντεύξεις 6 επιζώντων που είχαν αποπειραθεί να αυτοκτονήσουν από την Golden Gate Bridge του σαν Φραντσίσκο. Οι 4 από τους 6 ισχυρίστηκαν ότι δε θα είχαν επιχειρήσει την απόπειρα, αν η συγκεκριμένη γέφυρα ήταν μη διαθέσιμη και μάλιστα ήταν ευνοϊκά διακείμενοι στην προοπτική εγκατάστασης προστατευτικού δίχτυ ασφαλείας. Ομοίως ο Richard Seiden (1978), σε δυο άρθρα του  κατέδειξε τα εξής: α) ένα σημαντικό ποσοστό των αυτοκτονικών ατόμων είχαν περάσει από την Oakland Bay Bridge για να φτάσουν στην Golden Gate Bridge, β) κάποια άτομα που είχαν παραπεμφθεί στο τμήμα επειγόντων περιστατικών λόγω απόπειρας αυτοκτονίας στην Golden Gate Bridge, παρακολουθήθηκαν κατά μέσο όρο παραπάνω από 26 χρόνια. Από αυτά, μόνο ένα 5% επιχείρησε να αυτοκτονήσει.  Σύμφωνα με αυτά τα ευρήματα, υπήρχαν σαφείς ενδείξεις για τη χρησιμότητα του προστατευτικού δίχτυ ασφαλείας, ως προς την πρόληψη των αυτοκτονιών. Εντούτοις, επισημάνθηκαν τρεις περιορισμοί. 1ον η Golden Gate Bridge αποτελεί ένα πολιτιστικό μνημείο, σύμβολο οπότε δεν είναι ξεκάθαρο αν οι ενδείξεις για αυτήν τη γέφυρα μπορούν να εφαρμοστούν και σε άλλες γέφυρες . 2ον δεν είναι σαφές τι ποσοστό ανθρώπων που κατέφυγαν στο τμήμα επειγόντων περιστατικών λόγω απόπειρας, επιθυμούσαν στην πραγματικότητα να πεθάνουν και 3ον η παραπομπή σε νοσοκομείο μετά από μια απόπειρα αυτοκτονίας είναι μια συνθήκη που μπορεί δυνητικά να αλλάξει τη ζωή του αυτοκτονικού ατόμου, εφόσον λαμβάνει και ψυχιατρική βοήθεια. Οι περιορισμοί αυτοί δεν αναιρούν τη χρησιμότητα προστατευτικών φραγμάτων, εφόσον αυξάνουν την πιθανότητα το άτομο να λάβει εντωμεταξύ βοήθεια, αλλά αντανακλούν την αναγκαιότητα επιπρόσθετων παρεμβάσεων (Cutcliffe et al., 2014). Πάντως, μόλις τώρα μετά από 77 χρόνια λειτουργίας, αποφασίστηκε να τοποθετηθεί ένα προστατευτικό δίχτυ ασφαλείας για τους επίδοξους αυτόχειρες. Το έργο αναμένεται να ολοκληρωθεί ως το 2018 και προβλέπει την τοποθέτηση διχτών ασφαλείας σε απόσταση 6 μέτρων από τα πεζοδρόμια της γέφυρας, μήκους 2,7 χιλιομέτρων.

Πάντως, πέραν του μέτρου αυτού για τον περιορισμό των σημείων υψηλής επικινδυνότητας, έχει φανεί ότι και άλλοι τρόποι πρόληψης μπορούν να συμβάλουν στη μείωση αυτού του φαινομένου, όπως οι περιπολίες, η τοποθέτηση κάμερας, τα τηλέφωνα και οι πινακίδες που τοποθετούνται σε περίοπτη θέση στις γέφυρες.

Σε ότι αφορά την Ελλάδα και δεδομένου ότι έχουν αυξηθεί τα ποσοστά των αυτοκτονιών και των αποπειρών από γέφυρες, με πρωτοβουλία της Κλίμακας σε συνεργασία με τις τοπικές αρχές της Χαλκίδας, κατατέθηκε αίτημα προς το Υπουργείο Μεταφορών, Υποδομών και Δικτύων για τη σήμανση – τοποθέτηση πινακίδας στην Υψηλή Γέφυρα Ευρίπου. Δεδομένης της αρνητικής συμβολικής φόρτισης της γέφυρας αναφορικά με τις αυτοκτονίες, μια τέτοια σήμανση αναμένεται να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά στον άξονα της ενημέρωσης και της ευαισθητοποίησης του γενικού πληθυσμού για την πρόληψη της αυτοκτονίας. Η δια δικασία αυτή είναι σε εξέλιξη.

 

Βιβλιογραφία

Beautrais, A. L. (2001). Effectiveness of barriers at suicide jumping sites: a case study.  Australian and New Zealand Journal of Psychiatry, vol. 35, n. 5, p. 557 – 562 Cutcliffe, J. R., Santos, J. C., Links, P. S., Zaheer, J., Harder, H. G., Campbell, F., McCormick, R.,

Harder, K., Bergmans, Y. & Eyman, R. (2014). Routledge International Handbook of

Clinical Suicide Research. NY: Routledge International Handbooks.

 

Daigle, M.S. (2005). Suicide prevention through means restriction: assessing the risk o  substitution. A critical review and synthesis. Accident  Analysis &  Prevention, 37, p.

625 – 632.

Lindqvist, P., Jonsson, A., Eriksson A., Hedelin A. & Bjornstig, U. (2004). Are suicides  by jumping off bridges preventable? An analysis of 50 cases from Sweden. Accident Analysis and Prevention, vol. 36, (4), p. 691 – 694.

Yip, P. S., Caine, E., Yousuf, S., Chang S-S., Wu, K. C-C, Chen, Y-Y., (2012). Means restriction   for suicide prevention. www.thelancet.com, vol. 379, p. 2393 – 2399.

 

 

 

Αυτοκτονία στο Πειθαρχείο των Φυλακών Αμέλεια, έλλειψη ή μοιραίο γεγονός;

Με αφορμή την αυτοκτονία 25χρονου την περασμένη Πέμπτη 25/9, στο Πειθαρχείο της Α΄ Πτέρυγας των Φυλακών Κορυδαλλού, υπενθυμίζουμε εδώ αποσπάσματα σχετικών προτάσεων του φορέα στα Υπουργεία Προστασίας του Πολίτη και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Η αυτοκτονία είναι η συχνότερη αιτία θανάτου σε αστυνομικά κρατητήρια. Τα αστυνομικά κρατητήρια, όπως και τα σωφρονιστικά καταστήματα, οφείλουν να βρίσκονται σε ένα καθεστώς ασφάλειας και προστασίας της υγείας του κρατουμένου πληθυσμού, γεγονός το οποίο διαταράσσεται με την αυτοκτονία ή την απόπειρα αυτοκτονίας ενός κρατουμένου. Αφενός, αυτού του τύπου τα περιστατικά πυροδοτούν το ενδιαφέρον των μέσων ενημέρωσης, αφετέρου, αποτελούν ιδιαιτέρως στρεσογόνα γεγονότα τόσο για τους άλλους κρατούμενους όσο και για το προσωπικό των αστυνομικών τμημάτων, το οποίο καλείται να ανταπεξέλθει στην ανάληψη ευθύνης για ένα συμβάν, το οποίο, δεδομένων των υφιστάμενων συνθηκών, πιθανώς να μην ήταν δυνατό να αποτραπεί.

Ως εκ τούτου, οι προληπτικές των αυτοκτονιών παρεμβάσεις είναι επωφελείς όχι μόνο για τον κρατούμενο πληθυσμό και την προστασία αυτού, αλλά και για την ίδια τη λειτουργία, των αστυνομικών κρατητηρίων, εν προκειμένω, και του αστυνομικού προσωπικού. Σε αυτό το πλαίσιο, παγκοσμίως, υπάρχει μία συνεχής αναζήτηση και εφαρμογή μέτρων για την πρόληψη των αυτοκτονιών στα σωφρονιστικά καταστήματα.

Οι κρατούμενοι, ως πληθυσμιακή ομάδα, έχουν ιδιαιτέρως μεγαλύτερα ποσοστά αυτοκτονιών από το  γενικότερο πληθυσμό. Συγκεκριμένα μιλώντας για τα άτομα που κρατούνται σε αστυνομικά κρατητήρια, παρατηρείται ότι ένα ποσοστό της τάξης του 7,5% αυτών αποπειρώνται να αυτοκτονήσουν κάποιες ημέρες πριν τη δίκη τους ή την απέλασή τους (για αλλοδαπούς που κρατούνται για παράνομη είσοδο). Έτσι λοιπόν, άτομα, που ούτως ή άλλως ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου αυτοκτονικότητας, αντιμετωπίζουν τις ψυχολογικές επιπτώσεις  της σύλληψης και της φυλάκισης, ουσιοεξαρτημένα βρίσκονται σε σύνδρομο στέρησης, υπάρχει η αναμονή της ποινής φυλάκισης, αλλοδαποί βρίσκονται απελπισίας αναμένοντας τον επαναπατρισμό, συνθήκες οι οποίες εξαντλούν τους μηχανισμούς διαχείρισης.

Αρκετές πρακτικές του εξωτερικού έχουν αποδειχθεί αξιόπιστες και ικανές να συμβάλλουν στην μείωση των αυτοκτονιών σε αστυνομικά κρατητήρια και σωφρονιστικά καταστήματα. Κάποιες από αυτές, συγκεκριμένα για τα αστυνομικά κρατητήρια, είναι:

–         Η εκπαίδευση του αστυνομικού προσωπικού στην αναγνώριση των κρατουμένων – υψηλού κινδύνου αυτοκτονικότητας

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, οι αυτόχειρες σε αστυνομικά κρατητήρια είναι νέοι άνδρες (20-25 ετών), άγαμοι, όχι κατά συρροή παραβάτες, οι οποίοι έχουν συλληφθεί για αδικήματα ήσσονος σημασίας. Συνήθως αυτοκτονούν μέσα σε λίγες ώρες από τη σύλληψή τους (λόγω του αιφνίδιου εγκλεισμού, της έλλειψης πληροφοριών, του σοκ του εγκλεισμού, της αβεβαιότητας για το μέλλον). Μία δεύτερη περίοδος κινδύνου είναι αυτή τις άμεσες ημέρες πριν την εκδίκαση του αδικήματος, με συχνότερες αναφορές στην περίοδο τριών ήμερων πριν τη δίκη, και ιδιαιτέρως εφόσον αναμένεται μία καταδικαστική απόφαση. Επίσης, ο κίνδυνος αυξάνει και αμέσως μετά τη δίκη, σε περίπτωση που επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η απόπειρα προκύπτει ως «απάντηση» στην παράταση της φυλάκισης.

Η εκπαίδευση του αστυνομικού προσωπικού στην αναγνώριση αυτοκαταστροφικών κρατουμένων δύναται να αποτελέσει έναν ιδιαιτέρως αποτελεσματικό μηχανισμό στην αποτροπή αυτοκτονιών εντός των αστυνομικών κρατητηρίων.

–         Η διαχείριση του υπερπληθυσμού κρατουμένων στα αστυνομικά κρατητήρια

Δεδομένου του μεγάλου αριθμού κρατουμένων στα αστυνομικά κρατητήρια, ο συνωστισμός αυτών συνιστά αυξητικό παράγοντα αυτοκτονικότητας. Επιπροσθέτως, ο υπερπληθυσμός των αστυνομικών κρατητηρίων δυσχεραίνει την επίβλεψη των κρατουμένων. Ωστόσο, σε περιτ5πώσεις όπου ένας κρατούμενος εμφανίζει σημεία αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς, η επίβλεψη πρέπει να είναι συνεχής. Αξίζει να αναφερθεί ότι, οι περισσότερες αυτοκτονίες, στα καταστήματα κράτησης πραγματοποιούνται κατά της διάρκεια της νύχτας (11 το βράδυ με 7 το πρωί).

–         Το περιβάλλον και οι συνθήκες των κρατητηρίων

Ο σχεδιασμός κελιών χωρίς προεξοχές ή με ειδικά μονωμένα παράθυρα, κατά τρόπο που δε θα επέτρεπαν το δέσιμο μηχανισμών απαγχονισμού, θα βοηθούσε ιδιαίτερα στη μείωση των αυτοκτονιών, ωστόσο στην πράξη ένα τέτοιο σχέδιο θα ήταν δύσκολο να επιτευχθεί. Ωστόσο, με ένα χαμηλού επιπέδου σχεδιασμό θα μπορούσε δραστικά να μειωθεί ο αριθμός των προφανών σημείων δεσμού ιμάντων. Επίσης, οι δίοδοι εξαερισμού θα πρέπει να έχουν μικρές τρύπες που να μην επιτρέπουν το δέσιμο σε αυτές υφασμάτων και να χρησιμοποιούνται στρώματα τα οποία δεν μπορούν να αποκολληθούν από το πάτωμα αντί για τη στήριξη αυτών σε ξύλινες τάβλες. Οι φυλακές της Ουαλίας, έχουν εγκαταστήσει συστήματα θέρμανσης των οποίων οι σωλήνες βρίσκονται κάτω από το δάπεδο και τα αιχμηρά σημεία και οι γωνίες των κελιών είναι επενδεδυμένα με ρητίνη.

Ο απαγχονισμός είναι ως συχνότερο μέσο αυτοκτονίας κρατουμένων για διαφόρους λόγους, καθώς και τα συχνότερα σημεία δεσμού για στραγγαλισμό είναι τα κιγκλιδώματα καθώς και τα εξαρτήματα των κρεβατιών. Οι κρατούμενοι χρησιμοποιούν τα σεντόνια τους, κορδόνια, κάλτσες ή ζώνες και σύρματα ή σχοινιά (σπανιότερα).  Η κοινή μέθοδος απαγχονισμού με τη χρήση κάποιου από τα παραπάνω ως ιμάντα, μία καρέκλα ή σκαμνί και ένα σημείο δεσμού (π.χ. ένας σωλήνας θέρμανσης), δε διαρκεί περισσότερο από πέντε λεπτά. Κάποιοι απλά δένοντας το λαιμό τους σε ένα σωλήνα και γυρνώντας συνεχόμενα το σώμα τους καταφέρνουν τελικά να διακόπτουν την κυκλοφορία του αίματος. Κάποιοι άλλοι χρησιμοποιούν μολύβια ως ενέσεις, σε δεμένο σημείο του σώματος τους, σε μία προσομοίωση αιμοστατικής ταινίας.

Ο αυτοτραυματισμός αποτελεί επίσης μία συχνή μέθοδο αυτοκτονίας κρατουμένων. Ορισμένοι απλά καταπίνουν ξένα σώματα. Δεν είναι η περίπτωση κρατουμένων, οι οποίοι καταπίνουν γυαλιά ή άλλα αιχμηρά αντικείμενα. Άλλοι ακρωτηριάζονται χρησιμοποιώντας  τα θραύσματα λαμπτήρων. Υπάρχουν συχνές περιπτώσεις κρατουμένων οι οποίοι χτυπώντας εξακολουθητικά τα κεφάλια τους στον τοίχο, προκαλούν σοβαρές βλάβες στον εαυτό τους.

Είναι γεγονός ότι πολλές προσπάθειες για το σχεδιασμό κελιών, κατά τρόπο ασφαλή στον τομέα της αυτοκτονίας, έχουν αποδειχθεί ανεπαρκείς για τον αποφασισμένο αυτόχειρα κρατούμενο. Παρ’ όλη, λοιπόν, τη δυσκολία ενός τέτοιου σχεδιασμού, είναι ιδιαιτέρως σημαντική η δυνατότητα πλήρους θέασης όλου του κελιού από το εξωτερικό αυτών. Ένα σύστημα παρακολούθησης αυτών με τη χρήση καμερών συνιστά μία παρέμβαση, η οποία δεν έχει υψηλό κόστος και δύναται να απαλλάσσει το αστυνομικό προσωπικό από  χρονοβόρες διαδικασίες.  Τίποτα, άλλωστε, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εποπτεία από το αστυνομικό προσωπικό των κρατουμένων ως αποτρεπτικό παράγοντα των αυτοκτονιών.

 

Περιορισμός της πρόσβασης σε θανατηφόρα μέσα

Η διαθεσιμότητα συγκεκριμένων τρόπων αυτοκτονίας εξαρτάται από το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται το άτομο ενώ έχει άμεση επίδραση στην αυτοκτονική συμπεριφορά και στον δείκτη αυτοκτονικότητας.

Οι διεθνείς έρευνες καταδεικνύουν ότι η αναλογία ανάμεσα στις απόπειρες αυτοκτονίας και τους θανάτους από αυτοκτονία κυμαίνεται μεταξύ 1-10 έως 1-20.  Στις περιπτώσεις που τα άτομα τα οποία έχουν αναπτύξει αυτοκτονικό ιδεασμό έχουν πρόσβαση σε μεθόδους υψηλής θνησιμότητας (πχ πυροβόλα όπλα, πτώση από μεγάλο ύψος, πρόσβαση σε φυτοφάρμακα υψηλής επικινδυνότητας, απαγχονισμός) η αναλογία μικραίνει σε ιδιαίτερα μεγάλο βαθμό φτάνοντας την αναλογία από 1-20 σχεδόν στο 1-1 (πιθανότητα θανάτου > 95% για τα πυροβόλα όπλα και την πτώση από μεγάλο ύψος).Η αυτοχειρία μέσω πτώσης από ψηλό κτίριο δεν είναι μία από τις κοινές μεθόδους αυτοκτονίας, σίγουρα όμως είναι μία από τις πιο θανατηφόρες μεθόδους διότι ο δείκτης θνησιμότητας της πτώσης από μεγάλο ύψος πλησιάζει τον δείκτη θνησιμότητας των πυροβόλων όπλων.Γενικότερα θεωρείται ότι η επιλογή μιας τόσο θανατηφόρου μεθόδου αυτοκτονίας καταδεικνύει την βαρύτητα του αυτοκτονικού ιδεασμού και την επιθυμία θανάτου του αυτόχειρα ο οποίος επιθυμεί τόσο έντονα να απαλλαγεί από τον ψυχικό πόνο που βιώνει που στην περίπτωση στην οποία δεν έχει πρόσβαση σε πυροβόλο όπλο  μπορεί να επιλέξει αυτήν την μέθοδο για να βεβαιωθεί ότι το τέλος θα  είναι οριστικό.Η αυτοκτονία συνοδεύεται από αντίθετα συναισθήματα, το άτομο θέλει να πεθάνει αλλά ταυτόχρονα θέλει και να ζήσει.  Στην πραγματικότητα θέλει να «σκοτώσει» το ψυχικό του άλγος και να ζήσει.  Η θνησιμότητα της μεθόδου που επέλεξε ο αυτόχειρας καταδεικνύει τον βαθμό της αμφιθυμίας την οποία είχε σχετικά με τον θάνατο πριν επιχειρήσει να δώσει τέλος στη ζωή του.      Η πλειοψηφία των ατόμων που έχουν επιζήσει από απόπειρες αυτοκτονίας αναφέρουν ότι ήταν σε κάποιο βαθμό αμφιθυμικοί έως την τελευταία στιγμή. Οι αποπειραθέντες που χρησιμοποιούν λιγότερο θανατηφόρα μέσα, όπως η υπερδοσολογία φαρμάκων, το άτομο διατηρεί την δυνατότητα να αντιστρέψει την πράξη του με το να ζητήσει βοήθεια από άλλον ή το ΕΚΑΒ. Αυτό παύει να υφίσταται για όσους χρησιμοποιούν πυροβόλα όπλα ή επιλέγουν να πέσουν από μεγάλο ύψος, διότι από την στιγμή που θα γίνει η πράξη η πιθανότητα επιβίωσης είναι ελάχιστη.Η πτώση από ψηλά κτίρια είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται στα αστικά κέντρα, σε διαφορετικά ποσοστά από χώρα σε χώρα, για τον απλό λόγο του ότι εκεί βρίσκονται τα ψηλά κτίρια.  Στην Νέα Υόρκη για παράδειγμα αυτός ο τρόπος θανάτου παρατηρείται συχνότερα διότι υπάρχουν πολλοί ουρανοξύστες-μόνο στο Empire State Building έχουν αυτοκτονήσει δεκάδες άνθρωποι ενώ η πρώτη αυτοκτονία έγινε πριν καν το κτίριο ολοκληρωθεί όταν ένας απολυμένος εργάτης έπεσε στην 5η Λεωφόρο.Σύμφωνα με τις στατιστικές του 2012 από τις 509 αυτοκτονίες στην Νέα Υόρκη το 18% ήταν από πτώση.  Για το ίδιο χρονικό διάστημα το ποσοστό θανάτων από αυτοκτονία λόγω πτώσης από ψηλό κτίριο σε όλες τις ΗΠΑ ήταν 2%.Οι μέθοδοι αυτοκτονίας που χρησιμοποιούνται σε διαφορετικούς πολιτισμούς διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό.  Μία σημαντική μεταβλητή για την μέθοδο αυτοκτονίας είναι η διαθεσιμότητα των μέσων στο εκάστοτε κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον ενώ για αυτόν ακριβώς τον λόγο οι στρατηγικές πρόληψης του φαινομένου στοχεύουν στον περιορισμό στην πρόσβαση στα μέσα.  Αυτές οι στρατηγικές θα πρέπει να περιλαμβάνουν ανάμεσα σε άλλα τον περιορισμό της  πρόσβασης σε ψηλά κτίρια.

«Κάποιος πήδηξε μπροστά από το τρένο μου, και άλλαξε για πάντα τη ζωή μου».

Εικόνα1Διεθνείς έρευνες στο πεδίο των αυτοκασταστροφικών συμπεριφορών και της αυτοκτονικότητας, καταδεικνύουν ότι οι απόπειρες αυτοκτονίας και οι αυτοκτονίες που πραγματοποιούνται σε σταθμούς Μετρό και τρένων, εκτός της προφανούς απώλειας ζωής ή σωματικής και κλινικής βλάβης, έχουν σαφείς ψυχολογικές αλλά και κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις στις εταιρείες διαχείρισης μέσων μεταφοράς, στους εργαζόμενους και τους μάρτυρες του συμβάντος.
Ενδεικτικά, σύμφωνα με σχετική μελέτη, 16,3% των οδηγών που τραυμάτισαν ή σκότωσαν κάποιον παρουσίασαν διαταραχή μετατραυματικού στρες, κατάθλιψη ή άλλες αγχώδεις διαταραχές, ενώ 39,5% εμφάνιζαν συμπτωματολογία φοβικής αγχώδους διαταραχής ένα μήνα μετά το περιστατικό.Δεδομένης της ευρείας δημοσιοποίησης που λαμβάνουν τα σχετικά περιστατικά αυτοκτονιών σε σταθμούς μετρό και τρένων, αλλά κυρίως της υπάρχουσας παγκόσμιας βιβλιογραφίας, η οποία αναδεικνύει ως τμήμα των βέλτιστων πρακτικών πρόληψης της αυτοκτονίας τις παρεμβάσεις στα εν λόγω σημεία, απαιτείται η εφαρμογή εκείνων των μέτρων τα οποία όχι μόνο θα λειτουργήσουν αποτρεπτικά αλλά θα συντελέσουν αποτελεσματικά στην ευαισθητοποίηση στο πεδίο της πρόληψης της αυτοκτονίας.Ο περιορισμός της πρόσβασης σε σημεία υψηλής επικινδυνότητας, αποτελεί άλλωστε βασικό στοιχείο των ολιστικών στρατηγικών για την πρόληψη της αυτοκτονίας, με τις ισχυρότερες ενδείξεις αποτελεσματικότητας.
Αν και θεωρείται ικανοποιητική η εξαγγελία της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε., σχετικά με το σύστημα θυρών επί των αποβάθρων που θα διαθέτει το Μετρό της Θεσσαλονίκης, επισημαίνεται ότι δεν έχουν εφαρμοσθεί αντίστοιχα προστατευτικά μέτρα τόσο στο Μετρό της Αθήνας όσο και στους σιδηροδρομικούς σταθμούς. Η σήμανση και η τοποθέτηση πινακίδων με σαφή αναφορά στη Γραμμή Παρέμβασης για την Αυτοκτονία, τα χαντάκια απορροής, τα πλέγματα κάθετης κίνησης, η αύξηση του φωτισμού αποτελούν ενδεικτικά φυσικά μέτρα αποτροπής των αποπειρών αυτοκτονίας και των αυτοκτονιών στους σταθμούς. Σε συνδυασμό με μη φυσικά μέτρα, όπως η παρουσία προσωπικού ασφαλείας, η μείωση της ταχύτητας των συρμών κατά την είσοδο στο σταθμό, και άλλες σχετικές παρεμβάσεις, μπορεί να επιτευχθεί η ουσιαστική πρόληψη των αυτοκτονιών που πραγματοποιούνται στους σταθμούς, με χαμηλό κόστος και άμεσα αποτελέσματα. Επιπρόσθετα, αυτού του τύπου οι χαμηλού κόστους παρεμβάσεις, έχουν επιπλέον οφέλη αναφορικά με τη μείωση των καθυστερήσεων, την πρόληψη ατυχημάτων ή κακόβουλων πράξεων καθώς και τη συνολική αποφυγή των επιπτώσεων σε επιβάτες και προσωπικό.

Κάθε αυτοκτονία είναι ένα τραγικό γεγονός με εκτεταμένες συνέπειες αλλά και ευθύνες. Είναι ένα θέμα που αφορά τις οικογένειες, τους φίλους, τις κοινότητες, τις κυβερνήσεις και πολλούς άλλους. Οι φορείς των μεταφορικών μέσων σταθερής τροχιάς δεν είναι απρόσβλητοι και δεν μπορούν να παραμένουν ανενεργοί.

Σ’ αυτό το βίντεο, ο Paul, οδηγός τρένου, μιλά για το συνταρακτικό αντίκτυπο μίας αυτοκτονίας. «Κάποιος πήδηξε μπροστά από το τρένο μου, και άλλαξε για πάντα τη ζωή μου».

https://www.youtube.com/watch?v=QZtMwwXwvQk