Aυτοκτονία & Τρίτη Ηλικία – Γηρατειά και νοηματοδότηση

Κεφάλα Τζίνα, Κλινική Ψυχολόγος,
Κέντρο για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας
ΚΛΙΜΑΚΑ

Τι ορίζεται ως γήρας;

«Τα γηρατειά δεν είναι μόνο φθορά: είναι το μέστωμα, η ωρίμανση της νέας ζωής, που από μέσα θάλλει, μαραίνει και διαρρηγνύει το φλοιό», Τζορτζ Μακντόναλντ

Προτού προβούμε σε μια προσπάθεια ορισμού της νοηματοδότησης στα γηρατειά και της σημασίας αυτής για την αποδοχή της περατότητας της ζωής, αρχικά ίσως έχει νόημα να δούμε τι ορίζουμε ως γήρας. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό που οι περισσότεροι σκέφτονται για τη διαδικασία της γήρανσης, τουλάχιστον από μια βιολογική σκοπιά, είναι μια προοδευτική επιδείνωση των φυσιολογικών λειτουργιών του οργανισμού, μια φθορά δηλαδή στις βιολογικές και γνωστικές λειτουργίες,ως αποτέλεσμα των εξελικτικών μεταβολών που εμφανίζονται με την πάροδο του χρόνου. Περιλαμβάνει λοιπόν βιολογικές μεταβολές που θα εκδηλωθούν ούτως ή άλλως παρά την ύπαρξη καλής υγείας ή/ και την έλλειψη ασθενειών, αλλά συγχρόνως και μεταβολές που καθορίζονται από περιβαλλοντικούς, εξωγενείς παράγοντες, όπως η συμπεριφορά του ατόμου, τα πρότερα βιώματά του, τα γεγονότα ζωής, οι ασθένειες κ.ο.κ.

Εξαρχής λοιπόν αυτό που προεξάρχει στην ιδέα των γηρατειών είναι ότι πρόκειται για μιαν εξελικτική διαδικασία, καθολική, μη αναστρέψιμη, οφειλόμενη σε ενδογενείς και εξωγενείς αιτίες που καταλήγει στο θάνατο. Συγχρόνως, σηματοδοτεί μια πληθώρα βιωμάτων και αλλαγών που προσδιορίζουν την ανθρώπινη υπόσταση και τη μοναδικότητα του κάθε ατόμου.

Γηρατειά και απόδοση νοήματος

«Εάν δεν φυτέψουμε το δέντρο της γνώσης όταν είμαστε νέοι, δεν θα μας δώσει τη σκιά του όταν γεράσουμε», Τσέστερφηλντ

Τι σηματοδοτεί άραγε το μεγάλωμα, το γήρας και τι αντίκτυπο έχει τόσο για το άτομο αυτό καθεαυτό όσο και για μια κοινωνία; Και τελικά κατά πόσο έχει νόημα η ζωή στα γηρατειά και τι προϋποθέτει ώστε να μπορεί ο άνθρωπος να αισθάνεται ικανοποίηση, πληρότητα, ευημερία; Όπως λέει και το απόφθεγμα του σοφού Σόλωνος «γηράσκω αεί πολλά διδασκόμενος», ο άνθρωπος συνεχίζει να διδάσκεται και να μαθαίνει ακόμη και όταν γερνάει, επισημαίνοντας τη δυναμική φύση των διαφόρων φάσεων της ζωής, αλλά πιθανόν και την αναγκαιότητα της γνώσης και της αναζήτησης της ευτυχίας ωσάν μια βασική ώθηση του ανθρώπινου όντος.

Υπό αυτό το πρίσμα, η διαδικασία της γήρανσης φέρνει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με την περατότητα της ζωής, αλλά προφανώς και με τη σπουδαιότητα αυτής, δεδομένων των αλλαγών και των βιωμάτων που εμπεριέχει, μέσα από τις οποίες ο άνθρωπος προσπαθεί να νοηματοδοτήσει την ουσία της ύπαρξης του, διαμορφώνει την ταυτότητα του, αναζητά την πληρότητα και την ικανοποίηση.

Όπως αναφέρει ο Schopenhauer (1966), από τη σκοπιά της νεότητας, η ζωή αποτελεί ένα απείρως μακρύ μέλλον. Αντιθέτως, από τη σκοπιά της τρίτης ηλικίας, ένα πολύ σύντομο παρελθόν. Θα μπορούσαμε λοιπόν να ισχυριστούμε ότι ο άνθρωπος μεγαλώνοντας, γερνώντας, έχοντας ζήσει για πολύ καιρό, μπορεί να αναγνωρίσει πόσο σύντομη είναι η ζωή. Στη βάση αυτή λοιπόν η ζωή είναι μια δυναμική, συνεχής διαδικασία που περιλαμβάνει πολλαπλές αλλαγές αναλόγως τις αναπτυξιακές φάσεις. Αυτές είναι που καθορίζουν εν μέρει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται ο καθένας από εμάς τον κόσμο. Η μοναδικότητα της ζωής προϋποθέτει λοιπόν μια συνεχή νοηματοδότηση και ερμηνεία. Ειδικότερα, μεγαλώνοντας και ωριμάζοντας, η προοπτική του καθενός αλλάζει υπό το πρίσμα των βιωμάτων. Αυτό όμως που παραμένει μοναδικό είναι το γεγονός ότι οτιδήποτε θεμελιώδες συμβαίνει μόνο μια φορά. Μόνο μια φορά κάποιος είναι παιδί, νέος, ενήλικος, μόνο μια και μοναδική φορά περνάει στην ώριμη ζωή. Όλα αυτά συμβαίνουν χωρίς τη δυνατότητα επανάληψης: η ζωή είναι μια συνεχής πρεμιέρα. Κάθε νέα ευκαιρία στη ζωή σηματοδοτεί ταυτόχρονα και μιαν απώλεια: κάθε απώλεια και ένα κέρδος. Μάλιστα ο Kierkegaard (1946) αναφέρει ότι η ζωή μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο προς τα πίσω… Όμως, το να ζεις προϋποθέτει το αντίθετο, μπορεί να γίνει μόνο προς τα εμπρός (Rentsch, 1997).

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω καθίσταται εμφανές ότι τα γηρατειά αποτελούν τη συνέχεια ενός κύκλου ζωής με καθορισμένο τέλος και σαφή όρια, στη βάση των οποίων ο καθένας από εμάς καλείται να βρει ένα σκοπό, να επιλέξει τις στάσεις ζωής που τον αντιπροσωπεύουν, πάντα σε συνάρτηση με τις αναπτυξιακές αλλαγές και τις κοινωνικές, διαπροσωπικές και ψυχολογικές συνιστώσες. Η νοηματοδότηση λοιπόν μπορεί να επιτευχθεί μόνο όταν ξεκινάει σε ένα βάθος χρόνου, ωσάν δηλαδή μια απαραίτητη και δυναμική συνθήκη απέναντι στη διαχείριση της ζωής και του θανάτου. Κατά τον Nietzsche, όποιος έχει έναν λόγο ύπαρξης, μπορεί να αντέξει οποιεσδήποτε συνθήκες ύπαρξης.

Η έννοια του σκοπού της ζωής ως πυλώνας ψυχικής υγείας

Ο Fromm (1949)περιγράφει τον σκοπό στη ζωή ωσάν τη συνειδητοποίηση των ατομικών ικανοτήτων με τις οποίες κάθε άνθρωπος είναι προικισμένος. Από την άλλη, ο Kierkegaard (1964) περιγράφει το σκοπό της ζωής σε συνάρτηση με την ελευθερία των ανθρώπων και την ανάθεση της ευθύνης της ζωής τους. Συγχρόνως, επισημαίνει τη σπουδαιότητα για κάθε υποκείμενο της συνειδητοποίησης της δικής τους ύπαρξης, καθώς και της υποχρέωσης να εκπληρώσει τις δυνατότητες που του παρέχονται. Πιο πρόσφατα ο Ventegod (2003) προσδιόρισε το σκοπό της ζωής ως τον βασικό πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης που χρειάζεται να αναζητηθεί προκειμένου να κατακτηθεί. Προκειμένου μια τέτοια διεργασία να επιτευχθεί, χρειάζεται να δημιουργηθεί μια σύνδεση μεταξύ μιας βαθύτερης εσωτερικής αναζηήτησης και του εξωτερικού κόσμου (Hedberg, 2010). Ο σκοπός στη ζωή και η νοηματοδότηση ορίζονται ως δυο συσχετιζόμενες έννοιες και συχνά ως συνώνυμες. Ο Ryff (1989) αναφέρει ως σκοπό της ζωής το αίσθημα ότι υπάρχει νόημα τόσο στο παρόν όσο στον παρελθόντα χρόνο. Οι Reker και Wong(1988) προσδιορίζουν τη νοηματοδότηση ωσάν την αναγνώριση της συνοχής και του σκοπού της ύπαρξης κάποιου, την εκπλήρωση και την επίτευξη σημαντικών στόχων, καθώς και του συνοδευόμενου αισθήματος πληρότητας και ολοκλήρωσης (Hedberg, 2010).

Όπως αναφέρει και ο Frankl (1959) οι άνθρωποι έχουν την ικανότητα να βρίσκουν νόημα στις ζωές τους. Ένας άνθρωπος μπορεί να χάσει τα πάντα, εκτός από την ελευθερία να επιλέξει τη στάση που θα διατηρήσει σε κάθε ειδική συνθήκη. Αυτό λοιπόν που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι το πως ο καθένας από εμάς μετασχηματίζει μια κατάσταση από τραγωδία σε κάτι που έχει νόημα. Την διαπίστωση αυτή την έκανε καθώς ήταν επιζών στρατοπέδου συγκέντρωσης. Οπότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι η δυσκολία ή η απουσία νοηματοδότησης μπορεί να προκαλέσει ένα «υπαρξιακό κενό», ένα «κενό νοήματος» που μπορεί να εκδηλωθεί μέσω της ανίας και συνακόλουθα μέσω άγχους και κατάθλιψης. Μάλιστα, ο Frankl επισημαίνει ότι «τέτοια εκτεταμένα φαινόμενα όπως η κατάθλιψη, η επιθετικότητα και ο εθισμός δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά αν δεν αναγνωρίσουμε το υπαρξιακό κενό που κρύβουν» (Frankl, 2004, p. 112).

Με βάση λοιπόν τα παραπάνω καθίσταται εμφανές ότι η έλλειψη νοήματος ή σκοπού στη ζωή μπορεί να αυξήσει τα αισθήματα αβοηθησίας και αχρηστίας και συχνά έχει αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία και την ευημερία, ενώ έρευνες έχουν καταδείξει ότι σε περιπτώσεις αυτοκτονίας ιδίως στις γηραιότερες ηλικίες, προϋπάρχει ένα αίσθημα κενού και απώλειας του νοήματος.

Χαρακτηριστική είναι η φαινομενολογική έρευνα που διεξήχθη σε ηλικιωμένους με αυτοκτονικό ιδεασμό σχετικά με το πώς αντιλαμβάνονταν την έννοια της νοηματοδότησης στις ζωές τους (Moore, 1997). Διεξήχθη συνέντευξη από 4 διδακτορικούς φοιτητές της νοσηλευτικής σε 11 ηλικιωμένους ηλικίας μεταξύ 64 και 92 ετών, όπου ρωτήθηκαν για τα υποκειμενικά βιώματα του να είναι αυτοκτονικοί. Τα δεδομένα αναλύθηκαν με βάση τη μέθοδο ερμηνευτικής ανάλυσης του vanManen’s (1990). Τα αποτελέσματα ανέδειξαν τρεις βασικές θεματικές ως χαρακτηριστικές των βιωματικών εμπειριών των συμμετεχόντων. Αυτές κινούνταν στους εξής άξονες: 1) τον τρέχων συναισθηματικό πόνο (ψυχικός πόνος), 2) το αίσθημα ότι κανείς δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτούς και 3) την απώλεια δύναμης, ελέγχου και ανεξαρτησίας. Οι θεματικές αυτές ήταν συνυφασμένες με τις αφηγήσεις των συμμετεχόντων και ήταν εμφανείς στον αγώνα τους να βρουν ένα νόημα, ένα σκοπό που τους έδινε έναν λόγο να ζουν ή να μην ζουν. Οι αφηγήσεις των συμμετεχόντων σχετικά με τον ψυχικό πόνο, το αίσθημα ότι οι άλλοι δεν τους φροντίζουν και η αβοηθησία, συνοψίζονται στην περιγραφή του Gould (1993) αναφορικά με την «αποξένωση», καθώς ισχυρίζεται ότι σηματοδοτεί τον αποχωρισμό του εαυτού από τους άλλους.

Φαίνεται λοιπόν ότι προεξείχε ένα βαθύτερο αίσθημα απομόνωσης που χαρακτηριζόταν από διαρρηγμένες συνδέσεις στα άτομα αυτά ως προς τις δραστηριότητες και τις αναζητήσεις που θα μπορούσαν να αποδώσουν ένα νόημα στη ζωή τους. Συγχρόνως, αυτό που αναδύθηκε μέσα από τις αφηγήσεις τους, είναι το γεγονός ότι δεν επιθυμούσαν τόσο τον θάνατο αυτόν καθ’ εαυτόν λόγω της αυτοκτονίας, αλλά την ελευθερία από τον ψυχικό πόνο που τους κατέκλυζε και τον οποίο ένιωθαν ανίσχυροι να αντιμετωπίσουν. Επιπλέον, οι ιστορίες τους κατέδειξαν μια λαχτάρα για σύνδεση, επανένωση παρά αποξένωση από τις σχέσεις τους με άλλα άτομα και την κοινωνία γενικότερα. Η αναζήτηση μιας νοηματοδότησης λοιπόν φαίνεται ότι είχε τις ρίζες της σε αυτή τη λαχτάρα για διασύνδεση και αλληλεπίδραση και στην επιθυμία τους να αισθανθούν χρήσιμοι, άξιοι να φροντιστούν (Moore, 1997).

Στη βάση αυτών των ευρημάτων και δεδομένου ότι η αναζήτηση ενός νοήματος και η αυτοκτονία περιπλέκονται, ιδίως σε αυτές τις ηλικιακές κατηγορίες, επισημάνθηκε η αναγκαιότητα από τη μεριά του νοσηλευτικού προσωπικού της υιοθέτησης μιας πιο υποστηρικτικής, συνεκτικής προσέγγισης, με απώτερο στόχο την κατανόηση και την αναζήτηση ενός νοήματος, ενός σκοπού μέσα από την αναγνώριση των βιωματικών εμπειριών των ηλικιωμένων.

Νοηματοδότηση στα γηρατειά. Ο ρόλος της θρησκευτικότητας, της πνευματικότητας και της πίστης

Όπως προαναφέρθηκε η μείωση των λειτουργικών ικανοτήτων του ανθρώπου με το πέρασμα του χρόνου και τον ερχομό της τρίτης ή μεταγενέστερης ηλικίας μπορεί να επιδράσει στα περισσότερα πεδία του ψυχισμού. Εντούτοις, μπροστά σε ενδείξεις γήρανσης ή ενδεχομένως λόγω της ηλικιακής ωρίμανσης, συχνά παρατηρείται μια στροφή του ανθρώπου προς τη θρησκεία σε αναζήτηση κάποιας ψυχολογικής υποστήριξης ή προς την αντιμετώπιση μεταφυσικών αναζητήσεων, ιδιαίτερα εφόσον αντιλαμβάνεται ότι το τέλος της ζωής του είναι πλησιέστερο. Η θρησκευτικότητα και η πνευματικότητα φαίνεται να παίζουν έναν διαρκώς αυξανόμενο ρόλο στις ζωές των ηλικιωμένων προς την αναζήτηση της σωματικής και ψυχολογικής ευημερίας.

Πολλές από τις απώλειες που συνοδεύουν τη διαδικασία των γηρατειών, όπως η απώλεια μιας σχέσης, η απώλεια της παραγωγικότητας λόγω συνταξιοδότησης, η οικονομική επιβάρυνση κ.ο.κ. προκύπτουν από εξωτερικούς παράγοντες στους οποίους οι περισσότεροι ηλικιωμένοι δεν διατηρούν κάποιον έλεγχο. Όμως, το αίσθημα της προσωπικής νοηματοδότησης, η αναζήτηση μιας θρησκευτικής ή/ και πνευματικής εμπλοκής και ολοκλήρωσης στη ζωή φαίνεται να αποτελούν τα μέσα με τα οποία ένας ηλικιωμένος μπορεί να διατηρήσει την ψυχολογική του ευημερία. Φαίνεται λοιπόν ότι όταν κάποιος αντιλαμβάνεται τη ζωή ως σημαντική και βρίσκει νόημα μέσα από πνευματικές ή/ και θρησκευτικές αναζητήσεις, η συνθήκη αυτή τον βοηθάει να διατηρεί μια πιο θετική στάση απέναντι στις εκπτώσεις και τις απώλειες που ούτως ή άλλως βιώνει λόγω του γήρατος. Άρα τον καθιστά ίσως λιγότερο ευάλωτο σε μια ψυχολογική επιβάρυνση, όπως στην περίπτωση μιας καταθλιπτικής συμπτωματολογίας.

Έρευνες σχετικά με το ρόλο της πνευματικότητας και της θρησκευτικότητας στην ψυχολογική ευημερία των ηλικιωμένων

Στη βάση αυτών πολλοί γεροντολόγοι (Ai et al., 1998; Ainlay,et al., 1992; Idler & Kasl, 1992) καταδεικνύουν τη σημασία που έχει η διερεύνηση της σχέσης των διαφόρων διαστάσεων της θρησκευτικότητας, της πνευματικότητας και της διαγενεολογικής μεταβίβασης στο κάθε άτομο με τις πλευρές της ψυχολογικής ευημερίας στα γηρατειά. Θεωρούν ότι όταν υπάρχει μια θετική συσχέτιση μεταξύ όλων αυτών των διαστάσεων και αναγνωρίζονται οι ακριβείς πλευρές της θρησκευτικότητας και της πνευματικότητας που προβλέπουν την ψυχολογική ευημερία των ηλικιωμένων, τότε οι πληροφορίες αυτές μπορούν να φανούν χρήσιμες για διάφορους λόγους. Καταρχήν, η γνώση αυτή βελτιώνει γενικά την επικοινωνία μεταξύ των επαγγελματιών υγείας και των ηλικιωμένων, καθώς μπορεί να κινούνται με στόχο την ενίσχυση της θρησκευτικής πίστης, της αισιοδοξίας και της πνευματικής ενασχόλησης. Δεύτερον, μια καλύτερη κατανόηση του βαθμού στον οποίο οι ηλικιωμένοι χρησιμοποιούν θρησκευτικές και πνευματικές αναζητήσεις ως πηγές, αποθέματα μπορεί συγχρόνως να βοηθήσει τους επαγγελματίες υγείας και τους φροντιστές στο να ενδυναμώσουν αυτόν τον τρόπο διαχείρισης ώστε να βγουν από μια κρίση. Τέλος, προτάσεις για το κατά πόσο η εμπλοκή με τη θρησκεία και τις πνευματικές αναζητήσεις μπορεί να είναι χρήσιμες με τους ηλικιωμένους που αντιμετωπίζουν σοβαρές ιατρικές προκλήσεις, μπορούν να ενσωματωθούν σε συμπεριφοριστικά προγράμματα αυτοφροντίδας και διαχείρισης του άγχους (Fry, 2000).

Χαρακτηριστική είναι η έρευνα που διεξήχθη (Fry, 2000) αναφορικά με το ρόλο των υπαρξιακών εννοιών της θρησκευτικότητας, της πνευματικότητας και του προσωπικού νοήματος στην πρόβλεψη της ψυχολογικής ευημερίας σε ηλικιωμένους που ζουν στην κοινότητα και σε αυτούς που διαβιούν σε γηροκομεία. Το υπαρξιακό πλαίσιο πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η έρευνα, βασίζεται στις αντιλήψεις του Frankl (1984) και του Yalom (1980) σύμφωνα με τις οποίες οι άνθρωποι πασχίζουν να ξεπεράσουν και να νοηματοδοτήσουν τις αντιξοότητες και τον αγώνα της μεταγενέστερης ηλικίας μέσα από μια εν τω βάθει κάλυψη των υπαρξιακών αναγκών τους.

Ειδικότερα, στην έρευνα συμμετείχαν ηλικιωμένοι 60 – 90 ετών, εκ των οποίων ο ερευνητής εξέτασε χωριστά αλλά και σε συνδυασμό τη συνεισφορά συγκεκριμένων διαστάσεων της θρησκευτικότητας, της πνευματικότητας και της προσωπικής νοηματοδότησης για τη ζωή ως προβλεπτικούς παράγοντες της ευημερίας στα δυο αυτά δείγματα ηλικιωμένων. Τα αποτελέσματα κατέδειξαν ότι η προσωπική νοηματοδότηση, η εμπλοκή σε πνευματικές και θρησκευτικές αναζητήσεις και πρακτικές, ο βαθμός ανακούφισης που αποκομίζει κάποιος από τη θρησκεία, η αίσθηση εσωτερικής γαλήνης και η πρόσβαση σε θρησκευτικές πηγές και αποθέματα αποτελούν σημαντικούς προβλεπτικούς παράγοντες ευημερίας και για τις δυο κατηγορίες ηλικιωμένων.  Εντούτοις, το μοτίβο των συνδέσεων μεταξύ ευημερίας και συνεπακόλουθων ψυχοκοινωνικών διαστάσεων ήταν πιο ισχυρό στους ηλικιωμένους που διαβιούν σε γηροκομεία. Τα ευρήματα αυτά σηματοδοτούν ότι οι υπαρξιακές μετρήσεις της προσωπικής νοηματοδότησης, της θρησκευτικότητας και της πνευματικότητας συνεισφέρουν σε μεγαλύτερο βαθμό στην διακύμανση της ευημερίας σε σύγκριση με δημογραφικές μεταβλητές ή άλλες παραδοσιακές μετρήσεις, όπως κοινωνικά αποθέματα, σωματική υγεία ή αρνητικά γεγονότα ζωής (Fry, 2000) .

Οι έρευνες αυτές ενισχύουν τη σημασία της νοηματοδότησης και της αναζήτησης ενός σκοπού, είτε αυτός προέρχεται μέσα από θρησκευτικές και πνευματικές, είτε μέσα από υπαρξιακές αναζητήσεις αναφορικά με το θάνατο, την περατότητα της ζωής και την άντληση ικανοποίησης πόσο μάλλον σε μια ηλικιακή κατηγορία όπου ακολουθεί φθίνουσα πορεία σε πολλούς τομείς (σωματικό, γνωστικό), άρα και κατ’ επέκταση και στο πεδίο του ψυχισμού. Τέτοιες αναζητήσεις, όπως και η απουσία αυτών είναι χρήσιμο να λαμβάνονται υπόψη τόσο κατά τη διαγνωστική εκτίμηση, όσο και γενικότερα κατά την φροντίδα και περίθαλψη των ηλικιωμένων.

 

Βιβλιογραφία

Βικιφθέγματα Τζορτζ Μακντόναλντ, Τσέστερφηλντ

Frankl, V. (2004). Man’s search for meaning. London: Rider

Fry, P. S. (2000). Religious involvement, spirituality and personal meaning for life:  existential predictors of psychological wellbeing in community-residing and institutional care elders. Aging & Mental Health, 4 (4), 375 – 387.

Hedberg, P.(2010). Purpose in life among very old people. Geriatric Medicine, Umeå University Medical Dissertations, new series No.1384.

Rentsch, T. (1997).Aging as becoming oneself: A Philosophical Ethics of Late Life.Journal of Aging Studies, Vol. 11, n. 4, 263 – 271.

Links

http://el.wikiquote.org/wiki/%CE%93%CE%B7%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%AC

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *