Οι αυτοκτονίες από γέφυρα και τα μέτρα πρόληψης: κάποια δεδομένα από την παγκόσμια κοινότητα

γεΗ διεθνής βιβλιογραφία έχει καταδείξει ότι οι στρατηγικές που στοχεύουν στην πρόληψη της αυτοκτονίας μέσα από τον περιορισμό της πρόσβασης σε επικίνδυνες μεθόδους και σε σημεία υψηλής επικινδυνότητας λειτουργούν αποτελεσματικά στη μείωση των ποσοστών των αυτοκτονιών (Daigle, 2005).

Η μείωση της πρόσβασης συνεπάγεται και κοινοτικές δράσεις, εφόσον δεν στοχεύει απόλυτα στην πρόθεση μόνο ενός ατόμου. Μια τέτοια στρατηγική που αποσκοπεί συνολικά σε έναν πληθυσμό, έχει φανεί ότι επηρεάζει και άτομα όπου ο κίνδυνος για αυτοκτονία δεν είναι πάντα ανιχνεύσιμος,  οπότε μπορεί να μην αναζητούσαν κάποια βοήθεια ή υποστήριξη. Η απομάκρυνση λοιπόν ή ο περιορισμός των σημείων επικινδυνότητας μπορεί να αλλάξει το πλαίσιο μιας εν δυνάμει αυτοκτονίας, αποκλείοντας δυνητικά θανάσιμες πράξεις ή ωθώντας στη χρήση μιας λιγότερο θανατηφόρας μεθόδου (Yip, Caine, Yousuf, Chang, Wu & Chen, 2012).

Μια κοινή αντίληψη για την μείωση της πρόσβασης είναι ότι τα άτομα που επιθυμούν να αυτοκτονήσουν με ευκολία θα μεταπηδήσουν σε άλλες μεθόδους αυτοκτονίας. Εντούτοις, έρευνες έχουν καταδείξει ότι η μείωση της πρόσβασης σε μια μεθόδου ή σε ένα σημείο επικινδυνότητας δεν οδηγεί αναπόφευκτα σε μιαν αντισταθμιστική αύξηση άλλων μεθόδων αυτοκτονίας, όπως επίσης η ανάδυση μιας καινούργιας μεθόδου δε σηματοδοτεί απαραίτητα μιαν ανάλογη μείωση στη χρήση άλλων διαθέσιμων μεθόδων (Chen, Wu, Yousuf, Yip, 2012).

Καθώς πολλές αυτοκαταστροφικές πράξεις είναι παρορμητικές εκ φύσεως, ο περιορισμός των σημείων επικινδυνότητας ενέχει έναν ακόμα πιο επιτακτικό και καίριο ρόλο στην πρόληψη των αυτοκτονιών. Και αυτό διότι ένα «εμπόδιο» σε σημείο υψηλού κινδύνου δε δίνει μόνο στο άτομο χρόνο να το σκεφτεί, αλλά αυξάνει και τις πιθανότητες της παρέμβασης, λόγω της καθυστέρησης της αυτοκτονικής πράξης (Lindqvist, Johnsson, Eriksson et al. 2004).

Χαρακτηριστικό παράδειγμα μείωσης των σημείων επικινδυνότητας αποτελεί η εγκατάσταση ενός προστατευτικού φράγματος στη Γέφυρα Duke Ellington (The Duke Ellington Bridge) στην Ουάσινγκτον, έπειτα από τις ενέργειες ενός υφυπουργού που είχε χάσει την 24χρονη κόρη του λόγω αυτοκτονίας στο συγκεκριμένο σημείο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η τοποθέτηση του φράγματος υλοποιήθηκε μόνο για αυτή τη γέφυρα, ενώ για παρόμοια γέφυρα που βρισκόταν πολύ κοντά (Taft Bridge) δεν πάρθηκε κανένα μέτρο. Πριν από αυτή την υλοποίηση, κατά μέσο όρο διαπράττονταν 4 αυτοκτονίες το χρόνο. Αντιθέτως, σημειώνονταν λιγότερες από 2 αυτοκτονίες το χρόνο στην άλλη γέφυρα. Με το μέτρο αυτό καταγράφηκε μια μόνον αυτοκτονία στα 5 χρόνια μετά την εγκατάσταση των φραγμάτων, ενώ ο αριθμός των αυτοκτονιών από την κοντινή Taft Bridge παρέμεινε ο ίδιος (Daigle, 2005). Επιπλέον, παρατηρήθηκε μια μείωση του ποσοστού στον ετήσιο αριθμό των αυτοκτονιών στην Ουάσινγκτον, οπότε δε φάνηκε να υφίσταται μια σαφής ένδειξη μεταστροφής σε άλλες μεθόδους αυτοκτονίας πριν και μετά την ανέγερση του φράκτη.

Άλλο παράδειγμα ανάδειξης της σημασίας μέτρων σε σημεία υψηλής επικινδυνότητας αποτελεί η γέφυρα Grafton στο Auckland, στη Νέα Ζηλανδία. Σύμφωνα με έρευνα, διερευνήθηκαν οι αυτοκτονίες πριν και μετά την αφαίρεση των προστατευτικών φραγμάτων. Πριν αφαιρεθούν τα φράγματα στο διάστημα μεταξύ 1992 και 1995 σημειώθηκαν 3 αυτοκτονίες. Αντιθέτως, τα επόμενα χρόνια μετά την αφαίρεση των φραγμάτων (1996 – 2002), καταγράφηκαν 15 αυτοκτονίες, οπότε και επανατοποθετήθηκαν τα φράγματα (Beautrais, 2001).

Ομοίως,  o Andrew Pelletier στο «Centers for Disease Control & Prevention» μελέτησε τα φράγματα που τοποθετήθηκαν στην Memorial Bridge στην Augusta, Maine. Τα φράγματα τοποθετηθήκαν το 1983, ενώ τα επόμενα 22 χρόνια, δεν καταγράφηκε καμία αυτοκτονία. Αντιθέτως, πριν την εγκατάσταση των φραγμάτων είχαν σημειωθεί συνολικά 14 αυτοκτονίες. Ο αριθμός των αυτοκτονιών που αφορά πτώση από ύψος από άλλες κατασκευές στην ίδια πόλη, παρέμεινε ο ίδιος μετά την εγκατάσταση του φράκτη. Φαίνεται λοιπόν ότι τα αυτοκτονικά άτομα δεν έψαξαν για εναλλακτικές τοποθεσίες.

Ομοίως, άλλοι ερευνητές (Sinyor & Levitt, 2010) εξέτασαν την αποτελεσματικότητα των προστατευτικών φραγμάτων στην Bloor Street Viaduct στο Τορόντο, τη γέφυρα με το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό αυτοκτονιών στον κόσμο δίπλα στην Golden Gate Bridge του Σαν Φραντσίσκο. Σε αυτήν καταγράφηκαν σχεδόν 10 αυτοκτονίες το χρόνο μετά την τοποθέτηση φραγμάτων και συνολικά 28 αυτοκτονίες στα επόμενα 4 χρόνια, σε αντίθεση με πριν την εγκατάσταση των φραγμάτων όπου το ετήσιο ποσοστό ήταν περίπου 250 αυτοκτονίες. Εντούτοις,  οι ερευνητές επισημαίνουν ότι υπήρξε μιαν αύξηση των αυτοκτονιών από πτώση από άλλες γέφυρες στην πόλη, δηλαδή ανά χρόνο κατά μέσο όρο περίπου 8,7 πριν το προστατευτικό δίχτυ σε 14,7 αυτοκτονίες μετά την τοποθέτηση του προστατευτικού φράγματος, καθώς επίσης και μιαν αύξηση των αυτοκτονιών λόγω πτώσης από κτίρια, όχι όμως σημαντική σε εκείνη τη χρονική περίοδο (Cutcliffe, Santos, Links, Zaheer, Harder, Campbell, McCormick, Harder, Bergmans & Eynan, 2014).

Το 1975 ο David Rosen δημοσίευσε τις συνεντεύξεις 6 επιζώντων που είχαν αποπειραθεί να αυτοκτονήσουν από την Golden Gate Bridge του σαν Φραντσίσκο. Οι 4 από τους 6 ισχυρίστηκαν ότι δε θα είχαν επιχειρήσει την απόπειρα, αν η συγκεκριμένη γέφυρα ήταν μη διαθέσιμη και μάλιστα ήταν ευνοϊκά διακείμενοι στην προοπτική εγκατάστασης προστατευτικού δίχτυ ασφαλείας. Ομοίως ο Richard Seiden (1978), σε δυο άρθρα του  κατέδειξε τα εξής: α) ένα σημαντικό ποσοστό των αυτοκτονικών ατόμων είχαν περάσει από την Oakland Bay Bridge για να φτάσουν στην Golden Gate Bridge, β) κάποια άτομα που είχαν παραπεμφθεί στο τμήμα επειγόντων περιστατικών λόγω απόπειρας αυτοκτονίας στην Golden Gate Bridge, παρακολουθήθηκαν κατά μέσο όρο παραπάνω από 26 χρόνια. Από αυτά, μόνο ένα 5% επιχείρησε να αυτοκτονήσει.  Σύμφωνα με αυτά τα ευρήματα, υπήρχαν σαφείς ενδείξεις για τη χρησιμότητα του προστατευτικού δίχτυ ασφαλείας, ως προς την πρόληψη των αυτοκτονιών. Εντούτοις, επισημάνθηκαν τρεις περιορισμοί. 1ον η Golden Gate Bridge αποτελεί ένα πολιτιστικό μνημείο, σύμβολο οπότε δεν είναι ξεκάθαρο αν οι ενδείξεις για αυτήν τη γέφυρα μπορούν να εφαρμοστούν και σε άλλες γέφυρες . 2ον δεν είναι σαφές τι ποσοστό ανθρώπων που κατέφυγαν στο τμήμα επειγόντων περιστατικών λόγω απόπειρας, επιθυμούσαν στην πραγματικότητα να πεθάνουν και 3ον η παραπομπή σε νοσοκομείο μετά από μια απόπειρα αυτοκτονίας είναι μια συνθήκη που μπορεί δυνητικά να αλλάξει τη ζωή του αυτοκτονικού ατόμου, εφόσον λαμβάνει και ψυχιατρική βοήθεια. Οι περιορισμοί αυτοί δεν αναιρούν τη χρησιμότητα προστατευτικών φραγμάτων, εφόσον αυξάνουν την πιθανότητα το άτομο να λάβει εντωμεταξύ βοήθεια, αλλά αντανακλούν την αναγκαιότητα επιπρόσθετων παρεμβάσεων (Cutcliffe et al., 2014). Πάντως, μόλις τώρα μετά από 77 χρόνια λειτουργίας, αποφασίστηκε να τοποθετηθεί ένα προστατευτικό δίχτυ ασφαλείας για τους επίδοξους αυτόχειρες. Το έργο αναμένεται να ολοκληρωθεί ως το 2018 και προβλέπει την τοποθέτηση διχτών ασφαλείας σε απόσταση 6 μέτρων από τα πεζοδρόμια της γέφυρας, μήκους 2,7 χιλιομέτρων.

Πάντως, πέραν του μέτρου αυτού για τον περιορισμό των σημείων υψηλής επικινδυνότητας, έχει φανεί ότι και άλλοι τρόποι πρόληψης μπορούν να συμβάλουν στη μείωση αυτού του φαινομένου, όπως οι περιπολίες, η τοποθέτηση κάμερας, τα τηλέφωνα και οι πινακίδες που τοποθετούνται σε περίοπτη θέση στις γέφυρες.

Σε ότι αφορά την Ελλάδα και δεδομένου ότι έχουν αυξηθεί τα ποσοστά των αυτοκτονιών και των αποπειρών από γέφυρες, με πρωτοβουλία της Κλίμακας σε συνεργασία με τις τοπικές αρχές της Χαλκίδας, κατατέθηκε αίτημα προς το Υπουργείο Μεταφορών, Υποδομών και Δικτύων για τη σήμανση – τοποθέτηση πινακίδας στην Υψηλή Γέφυρα Ευρίπου. Δεδομένης της αρνητικής συμβολικής φόρτισης της γέφυρας αναφορικά με τις αυτοκτονίες, μια τέτοια σήμανση αναμένεται να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά στον άξονα της ενημέρωσης και της ευαισθητοποίησης του γενικού πληθυσμού για την πρόληψη της αυτοκτονίας. Η δια δικασία αυτή είναι σε εξέλιξη.

 

Βιβλιογραφία

Beautrais, A. L. (2001). Effectiveness of barriers at suicide jumping sites: a case study.  Australian and New Zealand Journal of Psychiatry, vol. 35, n. 5, p. 557 – 562 Cutcliffe, J. R., Santos, J. C., Links, P. S., Zaheer, J., Harder, H. G., Campbell, F., McCormick, R.,

Harder, K., Bergmans, Y. & Eyman, R. (2014). Routledge International Handbook of

Clinical Suicide Research. NY: Routledge International Handbooks.

 

Daigle, M.S. (2005). Suicide prevention through means restriction: assessing the risk o  substitution. A critical review and synthesis. Accident  Analysis &  Prevention, 37, p.

625 – 632.

Lindqvist, P., Jonsson, A., Eriksson A., Hedelin A. & Bjornstig, U. (2004). Are suicides  by jumping off bridges preventable? An analysis of 50 cases from Sweden. Accident Analysis and Prevention, vol. 36, (4), p. 691 – 694.

Yip, P. S., Caine, E., Yousuf, S., Chang S-S., Wu, K. C-C, Chen, Y-Y., (2012). Means restriction   for suicide prevention. www.thelancet.com, vol. 379, p. 2393 – 2399.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *